ΛΟΓΟΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ
ἐπιδεικτικός (ὁ)

ΕΠΙΔΕΙΚΤΙΚΟΣ

ΛΕΞΑΡΙΘΜΟΣ 734

Ο ἐπιδεικτικός, ως επίθετο, περιγράφει αυτόν που επιδεικνύει, που φανερώνει, αλλά συχνά με την έννοια της δημόσιας προβολής, της ρητορικής δεινότητας ή της επιτήδευσης. Στην κλασική Αθήνα, ο «ἐπιδεικτικὸς λόγος» ήταν ένα από τα τρία είδη ρητορικής, με σκοπό να τιμήσει ή να ψέξει, να εντυπωσιάσει το ακροατήριο με την τέχνη του ρήτορα. Ο λεξάριθμός του (734) υποδηλώνει μια σύνδεση με την πληρότητα και την ολοκλήρωση της φανέρωσης.

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΦΑΛΜΑΤΟΣ

Ορισμός

Κατά το Λεξικό Liddell-Scott-Jones, ο ἐπιδεικτικός είναι αυτός που «δείχνει, φανερώνει, εκθέτει» (showing, exhibiting), και ειδικότερα «αυτός που σχετίζεται με την επίδειξη» (relating to display or exhibition). Η λέξη χρησιμοποιείται κυρίως για να περιγράψει κάτι που έχει σκοπό να παρουσιαστεί δημόσια, είτε πρόκειται για ρητορικό λόγο, είτε για τέχνη, είτε για συμπεριφορά. Η σημασία του δεν είναι πάντα αρνητική, αλλά συχνά υποδηλώνει μια έμφαση στην εξωτερική εμφάνιση και την εντύπωση.

Στην αρχαία ρητορική, ο «ἐπιδεικτικὸς λόγος» ήταν ένα από τα τρία είδη ρητορικής, μαζί με τον δικανικό (δικαστηριακό) και τον συμβουλευτικό (πολιτικό). Ο σκοπός του επιδεικτικού λόγου δεν ήταν να πείσει για την αλήθεια ή τη σκοπιμότητα μιας πράξης, αλλά να τιμήσει ή να ψέξει ένα πρόσωπο ή ένα γεγονός, επιδεικνύοντας ταυτόχρονα την ευγλωττία και την τέχνη του ρήτορα. Παραδείγματα αποτελούν οι επιτάφιοι λόγοι ή οι πανηγυρικοί.

Με την πάροδο του χρόνου, και ιδίως με την κριτική των σοφιστών από φιλοσόφους όπως ο Πλάτων, η έννοια του επιδεικτικού απέκτησε συχνά μια αρνητική χροιά, υποδηλώνοντας ματαιοδοξία, επιτήδευση ή έλλειψη ουσίας. Έτσι, ο «ἐπιδεικτικὸς ἄνθρωπος» είναι αυτός που επιδιώκει να εντυπωσιάσει με την εξωτερική του εμφάνιση ή τους λόγους του, χωρίς απαραίτητα να έχει ουσιαστικό περιεχόμενο. Ωστόσο, η λέξη διατηρεί και την ουδέτερη σημασία του «δηλωτικού» ή «αποδεικτικού» σε ορισμένα πλαίσια.

Ετυμολογία

ἐπιδεικτικός ← ἐπιδείκνυμι ← ἐπί + δείκνυμι (ρίζα δεικ-)
Η λέξη ἐπιδεικτικός προέρχεται από το ρήμα ἐπιδείκνυμι, το οποίο σχηματίζεται από το πρόθεμα ἐπί- και το ρήμα δείκνυμι. Η ρίζα δεικ- είναι μια αρχαιοελληνική ρίζα του αρχαιότερου στρώματος της γλώσσας, που σημαίνει «δείχνω, φανερώνω, υποδεικνύω». Το πρόθεμα ἐπί- προσδίδει την έννοια της «πάνω σε», «προς», ή «δημόσια» φανέρωσης, ενισχύοντας την ιδέα της έκθεσης σε κοινή θέα. Το επίθημα -τικός χρησιμοποιείται για να σχηματίσει επίθετα που δηλώνουν ιδιότητα, ικανότητα ή σχέση με την ενέργεια του ρήματος.

Από την ίδια ρίζα δεικ- προέρχονται πολλές λέξεις που σχετίζονται με την πράξη του δείχνειν, της φανέρωσης και της απόδειξης. Στην οικογένεια αυτή ανήκουν ουσιαστικά όπως η δεῖξις (η πράξη του δείχνειν), το δεῖγμα (το δείγμα), η ἀπόδειξις (η απόδειξη), το παράδειγμα (το υπόδειγμα), και η ἐπίδειξις (η επίδειξη). Επίσης, ρήματα όπως το δείκνυμι (δείχνω) και το ἐπιδείκνυμι (επιδεικνύω), καθώς και άλλα επίθετα όπως το δεικτικός (αυτός που δείχνει) και το ἐνδεικτικός (αυτός που αποτελεί ένδειξη).

Οι Κύριες Σημασίες

  1. Αυτός που σχετίζεται με την επίδειξη — Η γενική σημασία, που αναφέρεται σε οτιδήποτε έχει σχέση με την πράξη της δημόσιας παρουσίασης ή έκθεσης.
  2. Αυτός που έχει σκοπό να επιδείξει, να εντυπωσιάσει — Με την έννοια της επιτήδευσης ή της ματαιοδοξίας, όπου ο στόχος είναι η εντύπωση και όχι η ουσία.
  3. Δηλωτικός, φανερωτικός — Ουδέτερη σημασία, που περιγράφει κάτι που δείχνει ή φανερώνει μια ιδιότητα ή κατάσταση.
  4. Αποδεικτικός, που αποδεικνύει — Σε ορισμένα φιλοσοφικά ή λογικά πλαίσια, μπορεί να σημαίνει αυτό που παρέχει απόδειξη ή τεκμηρίωση.
  5. Επιδεικτικός λόγος (ρητορική) — Ένα από τα τρία είδη ρητορικής κατά τον Αριστοτέλη, με σκοπό την τιμή ή τον ψόγο, και την επίδειξη της ρητορικής τέχνης.
  6. Επιδεικτική τέχνη — Η τέχνη της δημόσιας παρουσίασης, είτε πρόκειται για ρητορική, είτε για θεατρική παράσταση, είτε για εικαστική έκθεση.
  7. Που αφορά τη δημόσια έκθεση — Οτιδήποτε προορίζεται για δημόσια θέα ή ακρόαση, σε αντιδιαστολή με το ιδιωτικό ή το κρυφό.
  8. Επιδεικτική συμπεριφορά — Συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από την επιθυμία να τραβήξει την προσοχή ή να εντυπωσιάσει τους άλλους.

Οικογένεια Λέξεων

δεικ- (ρίζα του ρήματος δείκνυμι, σημαίνει «δείχνω, φανερώνω»)

Η ρίζα δεικ- βρίσκεται στον πυρήνα μιας εκτεταμένης οικογένειας λέξεων που περιστρέφονται γύρω από την έννοια της «δείξης», της «φανέρωσης» ή της «υπόδειξης». Το ρήμα δείκνυμι, από το οποίο προέρχεται, σημαίνει «δείχνω, παρουσιάζω, αποκαλύπτω». Η προσθήκη προθεμάτων όπως το «ἐπί-» (όπως στο ἐπιδείκνυμι) ενισχύει την ιδέα της δημόσιας ή επιδεικτικής φανέρωσης, ενώ άλλα προθέματα όπως το «ἀπό-» (απόδειξις) ή το «παρά-» (παράδειγμα) προσδίδουν αποδεικτικό ή υποδειγματικό χαρακτήρα. Η οικογένεια αυτή είναι θεμελιώδης για την κατανόηση της ελληνικής σκέψης περί απόδειξης, διδασκαλίας και ρητορικής.

δείκνυμι ρήμα · λεξ. 539
Το θεμελιώδες ρήμα της οικογένειας, σημαίνει «δείχνω, φανερώνω, αποκαλύπτω». Χρησιμοποιείται ευρέως από τον Όμηρο και μετά για να δηλώσει την πράξη της υπόδειξης ή της παρουσίασης ενός πράγματος ή μιας ιδέας. Αποτελεί την απλή, ουδέτερη μορφή της φανέρωσης, χωρίς την πρόσθετη έμφαση του «ἐπί-».
δεῖγμα τό · ουσιαστικό · λεξ. 63
Από τη ρίζα δεικ-, σημαίνει «δείγμα, υπόδειγμα, απόδειξη». Είναι αυτό που δείχνεται ή παρουσιάζεται ως παράδειγμα ή απόδειξη μιας ευρύτερης κατηγορίας ή αλήθειας. Στον Πλάτωνα, το «δεῖγμα» μπορεί να είναι ένα δείγμα γραφής ή ένα παράδειγμα για να γίνει κατανοητή μια έννοια.
δεῖξις ἡ · ουσιαστικό · λεξ. 289
Η πράξη του δείχνειν, η «δείξη», η «φανέρωση» ή η «απόδειξη». Στη ρητορική, αναφέρεται στην πράξη της παρουσίασης επιχειρημάτων ή στοιχείων. Στη φιλοσοφία, μπορεί να δηλώνει την πράξη της νοητικής υπόδειξης ή της λογικής απόδειξης μιας θέσης.
ἐπίδειξις ἡ · ουσιαστικό · λεξ. 384
Η «επίδειξη», η «φανέρωση», η «παρουσίαση». Συχνά με την έννοια της δημόσιας επίδειξης ρητορικής δεινότητας ή γνώσης, όπως στις επιδείξεις των σοφιστών. Στον Αριστοτέλη, ο «ἐπιδεικτικὸς λόγος» είναι ένα από τα τρία είδη ρητορικής, με σκοπό την τιμή ή την ψόγο.
ἐπιδείκνυμι ρήμα · λεξ. 634
Το ρήμα από το οποίο προέρχεται το επίθετο «ἐπιδεικτικός». Σημαίνει «δείχνω, φανερώνω, εκθέτω σε κοινή θέα, επιδεικνύω». Χρησιμοποιείται για την παρουσίαση έργων, την επίδειξη ικανοτήτων ή την έκθεση ιδεών, συχνά με την προσδοκία αναγνώρισης ή θαυμασμού. Στον Ξενοφώντα, μπορεί να σημαίνει «παρουσιάζω στρατό».
ἀπόδειξις ἡ · ουσιαστικό · λεξ. 440
Η «απόδειξη», η «αποδεικτική διαδικασία». Στη φιλοσοφία και τη λογική, είναι η διαδικασία ή το αποτέλεσμα της λογικής απόδειξης μιας αλήθειας, όπως στα «Ἀναλυτικὰ ὕστερα» του Αριστοτέλη. Διαφέρει από την «ἐπίδειξις» καθώς εστιάζει στην αλήθεια και την ορθότητα, όχι στην εντύπωση.
παράδειγμα τό · ουσιαστικό · λεξ. 245
Το «παράδειγμα», το «υπόδειγμα», το «μοντέλο». Είναι κάτι που τίθεται «παρά» (δίπλα) για να «δειχθεί» ως πρότυπο προς μίμηση ή ως περίπτωση προς εξέταση. Στον Πλάτωνα, τα «παραδείγματα» είναι κεντρικά για τη διδασκαλία και την κατανόηση των Ιδεών.
δεικτικός επίθετο · λεξ. 669
Ο «δεικτικός», αυτός που δείχνει ή φανερώνει. Είναι η πιο άμεση επίθετη μορφή της ρίζας «δεικ-», χωρίς την πρόσθετη έννοια της επίδειξης. Στη γραμματική, αναφέρεται σε λέξεις που δείχνουν κάτι (π.χ. «δεικτικές αντωνυμίες»).
ἐνδεικτικός επίθετο · λεξ. 694
Ο «ενδεικτικός», αυτός που φανερώνει, που υποδεικνύει, που αποτελεί ένδειξη. Το πρόθεμα «ἐν-» προσδίδει την έννοια της «μέσα» ή «εντός» φανέρωσης, δηλαδή της υπόδειξης μιας εσωτερικής κατάστασης ή ιδιότητας. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάτι που λειτουργεί ως σημάδι ή ένδειξη.

Η Φιλοσοφική Διαδρομή

Η έννοια του επιδεικτικού, αν και αρχικά ουδέτερη, απέκτησε ιδιαίτερη σημασία στην αρχαία Ελλάδα, κυρίως λόγω της ανάπτυξης της ρητορικής και της φιλοσοφικής κριτικής της.

5ος ΑΙ. Π.Χ.
Η Άνοδος των Σοφιστών
Οι σοφιστές όπως ο Γοργίας και ο Πρωταγόρας ήταν γνωστοί για τις «ἐπιδείξεις» τους, δημόσιες παρουσιάσεις της ρητορικής τους δεινότητας και της γνώσης τους, συχνά με σκοπό την εντυπωσίαση και την προσέλκυση μαθητών.
4ος ΑΙ. Π.Χ.
Πλάτων και η Κριτική της Ρητορικής
Ο Πλάτων, ιδίως στον διάλογο «Γοργίας», ασκεί δριμεία κριτική στην επιδεικτική ρητορική των σοφιστών, θεωρώντας την ως μια τέχνη που αποσκοπεί στην κολακεία και την πειθώ χωρίς να ενδιαφέρεται για την αλήθεια ή το καλό.
4ος ΑΙ. Π.Χ.
Αριστοτέλης και η Κατηγοριοποίηση της Ρητορικής
Ο Αριστοτέλης, στο έργο του «Ρητορική», καθορίζει τον «ἐπιδεικτικὸν λόγον» ως ένα από τα τρία είδη ρητορικής (μαζί με τον δικανικό και τον συμβουλευτικό). Ο σκοπός του είναι η τιμή ή ο ψόγος, και το κοινό του είναι ο θεατής (θεωρός) που κρίνει την ικανότητα του ρήτορα.
ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Συνέχιση και Εξέλιξη
Η επιδεικτική ρητορική συνέχισε να είναι ένα σημαντικό μέρος της εκπαίδευσης και της δημόσιας ζωής, με ρήτορες να εκφωνούν πανηγυρικούς λόγους σε γιορτές και δημόσιες εκδηλώσεις.
ΡΩΜΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Σάτιρα και Κριτική
Συγγραφείς όπως ο Λουκιανός του Σαμοσατά, με το σατιρικό του ύφος, συχνά διακωμωδούσαν την υπερβολική και κενή επιδεικτικότητα των ρητόρων και των φιλοσόφων της εποχής του, αναδεικνύοντας την αρνητική χροιά της λέξης.
ΚΟΙΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
Περιορισμένη Χρήση
Στην Κοινή Ελληνική και την Καινή Διαθήκη, η λέξη «ἐπιδεικτικός» χρησιμοποιείται σπάνια, αλλά διατηρεί τη βασική σημασία του «φανερού» ή «δηλωτικού», χωρίς την έντονη ρητορική ή αρνητική χροιά των κλασικών χρόνων.

Στα Αρχαία Κείμενα

Ορισμένα χαρακτηριστικά χωρία από την αρχαία γραμματεία αναδεικνύουν τις διάφορες πτυχές της έννοιας του επιδεικτικού.

«ἔστι δὲ εἴδη τῆς ῥητορικῆς τρία τὸν ἀριθμόν, ὅσαπερ καὶ τῶν ἀκροατῶν εἴδη· συνέστηκεν γὰρ ἐκ τριῶν ὁ λόγος, ἔκ τε τοῦ λέγοντος καὶ περὶ οὗ λέγει καὶ πρὸς ὅν· καὶ τὸ τέλος πρὸς τοῦτόν ἐστιν, τὸν ἀκροατήν. ἀνάγκη δὲ τὸν ἀκροατὴν ἢ θεωρὸν εἶναι ἢ κριτήν, καὶ κριτὴν ἢ τῶν γεγενημένων ἢ τῶν μελλόντων. ὁ μὲν οὖν περὶ τῶν μελλόντων κρίνων ἐστὶν ἐκκλησιαστής, ὁ δὲ περὶ τῶν γεγενημένων δικαστής· ὁ δὲ περὶ τῆς δυνάμεως μόνον κρίνων θεωρός.»
Υπάρχουν τρία είδη ρητορικής, όσα και τα είδη των ακροατών· διότι ο λόγος αποτελείται από τρία στοιχεία: τον ομιλητή, το θέμα για το οποίο μιλάει, και αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται· και ο σκοπός είναι προς αυτόν, τον ακροατή. Ο ακροατής πρέπει να είναι είτε θεατής είτε κριτής, και κριτής είτε των γεγονότων είτε των μελλοντικών. Αυτός που κρίνει για τα μελλοντικά είναι μέλος της εκκλησίας του δήμου, αυτός που κρίνει για τα γεγονότα είναι δικαστής· αυτός που κρίνει μόνο για την ικανότητα είναι θεατής.
Αριστοτέλης, Ρητορική 1.3.1-3
«οὐ γὰρ ἐπιδεικτικῶς οὐδὲ ῥητορικῶς ἀλλὰ φιλοσοφικῶς ζητοῦμεν.»
Δεν αναζητούμε με επιδεικτικό ή ρητορικό τρόπο, αλλά με φιλοσοφικό.
Πλάτων, Γοργίας 448d
«οὐκ ἐπιδεικτικῶς οὐδὲ μετὰ πολλῆς φαντασίας, ἀλλὰ μετὰ πολλῆς ταπεινοφροσύνης.»
Όχι με επιδεικτικότητα ούτε με πολλή φαντασία, αλλά με πολλή ταπεινοφροσύνη.
Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις Ματθαίον Ομιλία 48.3

Λεξαριθμική Ανάλυση

Ο λεξάριθμος της λέξης ΕΠΙΔΕΙΚΤΙΚΟΣ είναι 734, από την πρόσθεση των τιμών των γραμμάτων:

Ε = 5
Έψιλον
Π = 80
Πι
Ι = 10
Ιώτα
Δ = 4
Δέλτα
Ε = 5
Έψιλον
Ι = 10
Ιώτα
Κ = 20
Κάππα
Τ = 300
Ταυ
Ι = 10
Ιώτα
Κ = 20
Κάππα
Ο = 70
Όμικρον
Σ = 200
Σίγμα
= 734
Σύνολο
5 + 80 + 10 + 4 + 5 + 10 + 20 + 300 + 10 + 20 + 70 + 200 = 734

Το 734 αναλύεται σε 700 (εκατοντάδες) + 30 (δεκάδες) + 4 (μονάδες).

Οι 18 Μέθοδοι

Η εφαρμογή των 18 παραδοσιακών μεθόδων λεξαριθμικής ανάλυσης στη λέξη ΕΠΙΔΕΙΚΤΙΚΟΣ:

ΜέθοδοςΑποτέλεσμαΣημασία
Συναρίθμηση734Βασικός λεξάριθμος
Αριθμολογία Δεκάδας57+3+4=14 → 1+4=5 — Η Πεντάδα, αριθμός της αρμονίας, του ανθρώπου και των αισθήσεων, υποδηλώνοντας την επιδίωξη της εντύπωσης και της αισθητικής τελειότητας στην επίδειξη.
Αριθμός Γραμμάτων1212 γράμματα — Η Δωδεκάδα, σύμβολο πληρότητας, ολοκλήρωσης και κύκλου, που μπορεί να αναφέρεται στην ολοκληρωμένη παρουσίαση ενός θέματος ή στην πλήρη έκθεση μιας ρητορικής τέχνης.
Αθροιστική4/30/700Μονάδες 4 · Δεκάδες 30 · Εκατοντάδες 700
Περιττός/ΖυγόςΖυγόςΘηλυκή δύναμη
Αριστερό/Δεξί ΧέριΔεξίΘεϊκό πεδίο (≥100)
ΠηλίκονΣυγκριτική μέθοδος
ΝοταρικόνΕ-Π-Ι-Δ-Ε-Ι-Κ-Τ-Ι-Κ-Ο-ΣΕπιθυμία Προς Ίδεα Δείξεως Εν Ισχύι Και Τέχνη Ικανής Κρίσεως Ουσίας Σοφίας (ερμηνευτικό)
Γραμματικές Ομάδες7Φ · 6Σ · 0Δ7 φωνήεντα (Ε, Ι, Ε, Ι, Ι, Ο, Ο), 6 σύμφωνα (Π, Δ, Κ, Τ, Κ, Σ), 0 δίφθογγοι.
ΠαλινδρομικάΌχι
ΟνοματομαντείαΣυγκριτική
Σφαίρα ΔημοκρίτουΜαντική με σεληνιακή ημέρα
Ζωδιακή ΙσοψηφίαΚρόνος ♄ / Δίδυμοι ♊734 mod 7 = 6 · 734 mod 12 = 2

Ισόψηφες Λέξεις (734)

Λέξεις από το λεξικό Liddell-Scott-Jones με τον ίδιο λεξάριθμο (734) αλλά διαφορετική ρίζα, προσφέροντας μια ματιά στην αριθμητική πολυπλοκότητα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας:

ἀντίλογος
Ο «ἀντίλογος» (αντί- + λόγος) σημαίνει «αντίρρηση, αντιλογία, αντίθετο επιχείρημα». Η ισοψηφία του με τον «ἐπιδεικτικό» είναι ενδιαφέρουσα, καθώς η επίδειξη συχνά προκαλεί αντιλογίες ή αποτελεί μέρος μιας διαλεκτικής αντιπαράθεσης.
ἀπειλητικός
Ο «ἀπειλητικός» (απειλή + -τικός) σημαίνει «απειλητικός, φοβερός». Η σύνδεση με τον «ἐπιδεικτικό» μπορεί να βρίσκεται στην επίδειξη δύναμης ή εξουσίας που έχει ως στόχο να εκφοβίσει ή να επιβάλει.
ἀργύριον
Το «ἀργύριον» (άργυρος + -ιον) σημαίνει «ασήμι, χρήματα». Η αριθμητική σύμπτωση είναι απροσδόκητη, καθώς η επίδειξη μπορεί να συνδέεται με τον πλούτο, αλλά η λέξη αυτή δεν έχει άμεση εννοιολογική σχέση με τη ρητορική.
ἐκπράκτης
Ο «ἐκπράκτης» (ἐκ- + πράττω) σημαίνει «αυτός που εισπράττει, εκβιαστής, συλλέκτης». Η ισοψηφία μπορεί να υποδηλώνει την επίδειξη εξουσίας κατά την είσπραξη ή την επιβολή, μια δημόσια πράξη που απαιτεί φανέρωση.
ἐπακολούθημα
Το «ἐπακολούθημα» (ἐπί + ἀκολουθέω) σημαίνει «αποτέλεσμα, συνέπεια, συνοδευτικό». Η σύνδεση με τον «ἐπιδεικτικό» μπορεί να είναι ότι η επίδειξη είναι συχνά το αποτέλεσμα μιας προηγούμενης προετοιμασίας ή έχει συγκεκριμένες συνέπειες στο ακροατήριο.
εὐβριθής
Ο «εὐβριθής» (εὖ + βριθής) σημαίνει «βαρύς, ογκώδης, εντυπωσιακός». Η ισοψηφία είναι εννοιολογικά κοντά, καθώς η επίδειξη συχνά αποσκοπεί στο να παρουσιάσει κάτι ως «βαρυσήμαντο» ή «εντυπωσιακό», προσδίδοντας κύρος.

Στο λεξικό LSJ υπάρχουν συνολικά 83 λέξεις με λεξάριθμο 734. Για τον πλήρη κατάλογο και AI σημασιολογικό φιλτράρισμα, δες το διαδραστικό εργαλείο.

Πηγές & Βιβλιογραφία

  • Liddell, H. G., Scott, R., Jones, H. S.A Greek-English Lexicon, with a revised supplement. Clarendon Press, Oxford, 1996.
  • ΑριστοτέληςΡητορική. Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα, 1993.
  • ΠλάτωνΓοργίας. Μετάφραση: Γ. Κελεσίδης. Εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη, 2005.
  • Diels, H., Kranz, W.Die Fragmente der Vorsokratiker. Weidmannsche Buchhandlung, Berlin, 1951.
  • Roberts, W. RhysGreek Rhetoric and Literary Criticism. Cooper Square Publishers, New York, 1963.
  • Kennedy, George A.A New History of Classical Rhetoric. Princeton University Press, Princeton, 1994.
  • Ιωάννης ΧρυσόστομοςΕις Ματθαίον Ομιλία. Patrologia Graeca, τόμος 57, Migne, Paris, 1862.
Εξερεύνησε τη λέξη στο διαδραστικό εργαλείο
AI φιλτράρισμα ισόψηφων + όλες οι μέθοδοι ενεργές
ΑΝΟΙΞΕ ΤΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ →
← Όλες οι λέξεις
Αναφορά Σφάλματος
Συνεχίστε δωρεάν
Για να συνεχίσετε την έρευνα, ολοκληρώστε τη δωρεάν εγγραφή.
ΔΩΡΕΑΝ ΕΓΓΡΑΦΗ