ΛΟΓΟΣ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΕΣ
ἐξαιρετόν (τό)

ΕΞΑΙΡΕΤΟΝ

ΛΕΞΑΡΙΘΜΟΣ 601

Το ἐξαιρετόν (το) στην κλασική ελληνική φιλοσοφία υποδηλώνει αυτό που είναι «επιλεγμένο», «ξεχωριστό» ή «εξαιρετικό». Στη Στωική ηθική, αποκτά τεχνική σημασία ως «προηγμένον» (προτιμητέο), δηλαδή κάτι που είναι επιθυμητό αλλά όχι εγγενώς αγαθό. Ο λεξάριθμός του (601) συνδέεται με την έννοια της διάκρισης και της επιλογής.

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΦΑΛΜΑΤΟΣ

Ορισμός

Κατά το Λεξικό Liddell-Scott-Jones, το ἐξαιρετόν είναι αρχικά «αυτό που έχει επιλεγεί, διαλεχτό, ξεχωριστό, εξαιρετικό, ειδικό». Προέρχεται από το ρήμα ἐξαιρέω, που σημαίνει «βγάζω έξω, αφαιρώ, επιλέγω». Η λέξη υπογραμμίζει την πράξη της διάκρισης ή της απομόνωσης ενός στοιχείου από ένα σύνολο, είτε λόγω ανώτερης ποιότητας είτε λόγω ειδικής λειτουργίας.

Στην κλασική φιλοσοφία, το ἐξαιρετόν χρησιμοποιείται για να περιγράψει πρόσωπα ή πράγματα που ξεχωρίζουν. Ο Πλάτων, για παράδειγμα, αναφέρεται σε «το ἐξαιρετὸν τῶν φυλάκων» (Νόμοι 760e), δηλαδή τους επίλεκτους μεταξύ των φυλάκων. Ο Αριστοτέλης το χρησιμοποιεί για να δηλώσει την εξαιρετική πτυχή μιας αρετής («τὸ ἐξαιρετὸν τῆς ἀρετῆς», Ηθικά Νικομάχεια 1177a27), υποδηλώνοντας μια ανώτερη ή διακεκριμένη ποιότητα.

Η πιο τεχνική χρήση του όρου συναντάται στη Στωική φιλοσοφία, όπου το «ἐξαιρετόν» αποτελεί υποκατηγορία των «προηγμένων» (προτιμητέων). Οι Στωικοί διέκριναν τα «ἀγαθά» (αρετές) από τα «ἀδιάφορα» (όλα τα άλλα). Μεταξύ των «ἀδιάφορων», κάποια ήταν «προηγμένα» (π.χ. υγεία, πλούτος) και κάποια «ἀποπροηγμένα» (π.χ. ασθένεια, φτώχεια). Το «ἐξαιρετόν» περιέγραφε τα προηγμένα που ήταν ιδιαίτερα επιθυμητά ή αξιοσημείωτα, χωρίς ωστόσο να είναι εγγενώς αγαθά, καθώς η αρετή ήταν το μόνο πραγματικό αγαθό. Έτσι, το ἐξαιρετόν διατηρεί την έννοια της επιλογής και της διάκρισης, αλλά με μια συγκεκριμένη ηθική απόχρωση.

Ετυμολογία

ἐξαιρετόν ← ἐξαιρέω ← ἐκ- + αἱρέω (ρίζα αἱρ- / ἑλ-)
Η λέξη ἐξαιρετόν προέρχεται από το ρήμα ἐξαιρέω, το οποίο είναι σύνθετο από την πρόθεση ἐκ- («έξω από») και το ρήμα αἱρέω («λαμβάνω, παίρνω, επιλέγω»). Η ρίζα αἱρ- (με την αοριστική της μορφή ἑλ-) είναι μια αρχαιοελληνική ρίζα που ανήκει στο αρχαιότερο στρώμα της γλώσσας και εκφράζει την έννοια της λήψης, της κατάληψης ή της επιλογής. Η προσθήκη του επιθήματος -τός δηλώνει το δυνατόν ή το αποτέλεσμα της πράξης, δηλαδή «αυτό που μπορεί να επιλεγεί» ή «αυτό που έχει επιλεγεί».

Η ρίζα αἱρ- / ἑλ- είναι εξαιρετικά παραγωγική στην αρχαία ελληνική, δημιουργώντας μια μεγάλη οικογένεια λέξεων που σχετίζονται με την πράξη της λήψης, της επιλογής, της διαίρεσης ή της κατάληψης. Τα διάφορα προθέματα (ἐκ-, διά-, ὑπό-, κατά-, πρό-) και επιθήματα (π.χ. -σις, -τος) διαφοροποιούν τη σημασία, διατηρώντας όμως τον πυρήνα της ρίζας. Έτσι, από την απλή πράξη της λήψης, φτάνουμε σε σύνθετες έννοιες όπως η ηθική επιλογή ή η διαίρεση ενός συνόλου.

Οι Κύριες Σημασίες

  1. Επιλεγμένο, διαλεχτό — Αυτό που έχει επιλεγεί ή διαχωριστεί από ένα σύνολο λόγω κάποιας ιδιότητας. Πλάτων, «τὸ ἐξαιρετὸν τῶν φυλάκων».
  2. Εξαιρετικό, ξεχωριστό — Αυτό που υπερέχει σε ποιότητα ή χαρακτηριστικά, που είναι ασυνήθιστο ή αξιοσημείωτο. Αριστοτέλης, «τὸ ἐξαιρετὸν τῆς ἀρετῆς».
  3. Προνομιακό, ειδικό — Αυτό που απολαμβάνει ειδική μεταχείριση ή θέση, που είναι προορισμένο για συγκεκριμένο σκοπό.
  4. Στωικός όρος: Προτιμητέο ἀδιάφορον — Στη Στωική ηθική, αυτό που είναι επιθυμητό (προηγμένον) αλλά δεν αποτελεί αγαθό (αρετή). Διαγ. Λαέρτιος, «τῶν προηγμένων τὰ μὲν ἐξαιρετά».
  5. Αυτό που αφαιρείται, εξαιρείται — Η κυριολεκτική σημασία της αφαίρεσης ή απομάκρυνσης από ένα σύνολο, συχνά με νομική ή διοικητική έννοια.
  6. Εξαίρεση, απαλλαγή — Σε νομικά ή διοικητικά κείμενα, η περίπτωση που εξαιρείται από έναν γενικό κανόνα ή υποχρέωση.

Οικογένεια Λέξεων

αἱρ- / ἑλ- (ρίζα του ρήματος αἱρέω, σημαίνει «λαμβάνω, επιλέγω»)

Η ρίζα αἱρ- (με την αοριστική της μορφή ἑλ-) αποτελεί έναν θεμελιώδη πυρήνα στην αρχαία ελληνική γλώσσα, εκφράζοντας την έννοια της «λήψης», της «κατάληψης» ή της «επιλογής». Από αυτή τη ρίζα προκύπτει μια πλούσια οικογένεια λέξεων, όπου η προσθήκη προθεμάτων (όπως ἐκ-, διά-, ὑπό-, κατά-, πρό-) και επιθημάτων (-σις, -τος, -μα) διαφοροποιεί και εμπλουτίζει τη σημασία, δημιουργώντας όρους που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα εννοιών, από την απλή φυσική πράξη μέχρι σύνθετες φιλοσοφικές και ηθικές έννοιες. Κάθε μέλος της οικογένειας διατηρεί τον πυρήνα της επιλογής ή της λήψης, αλλά τον εξειδικεύει ανάλογα με το μορφολογικό του πλαίσιο.

ἐξαιρέω ρήμα · λεξ. 981
Το ρήμα από το οποίο παράγεται το ἐξαιρετόν. Σημαίνει «βγάζω έξω, αφαιρώ, διαλέγω, εξαιρώ». Χρησιμοποιείται συχνά για την επιλογή ή την απομάκρυνση κάτι από ένα σύνολο. Πλάτων, «ἐξαιρεῖν τοὺς ἀρίστους».
διαιρεῖν ρήμα · λεξ. 190
Σημαίνει «χωρίζω, διαχωρίζω, διαιρώ». Προέρχεται από το διά- + αἱρέω, υποδηλώνοντας την πράξη του να «παίρνω κάτι σε μέρη». Βασικός όρος στη λογική και τη φιλοσοφία για την ανάλυση εννοιών. Αριστοτέλης, «τὸ διαιρεῖν τὰ γένη».
ὑπεξαίρεσις ἡ · ουσιαστικό · λεξ. 1071
Σημαίνει «κρυφή αφαίρεση, υπεξαίρεση, εξαίρεση». Από ὑπό- + ἐκ- + αἱρέω, υποδηλώνοντας την πράξη της κρυφής απομάκρυνσης ή της ειδικής εξαίρεσης από έναν κανόνα. Συχνά με νομική ή ηθική χροιά.
αἱρέω ρήμα · λεξ. 916
Το βασικό ρήμα της ρίζας, σημαίνει «λαμβάνω, παίρνω, συλλαμβάνω, επιλέγω». Είναι θεμελιώδες για την κατανόηση όλων των παραγώγων, καθώς εκφράζει την αρχική πράξη της λήψης ή της επιλογής. Όμηρος, «αἱρεῖν πόλιν» (καταλαμβάνω πόλη).
αἵρεσις ἡ · ουσιαστικό · λεξ. 526
Σημαίνει «λήψη, επιλογή, προτίμηση», αλλά και «σχολή, αίρεση». Από το αἱρέω, υποδηλώνει την πράξη της επιλογής, η οποία μπορεί να οδηγήσει στη διαμόρφωση μιας συγκεκριμένης φιλοσοφικής ή θρησκευτικής σχολής. Πλάτων, «τὴν αἵρεσιν τοῦ βίου».
αἱρετός επίθετο · λεξ. 686
Σημαίνει «αυτός που μπορεί να επιλεγεί, επιλέξιμος, προτιμητέος». Το επίθετο που δηλώνει την ιδιότητα του να είναι κάποιος ή κάτι άξιο επιλογής ή προτίμησης. Ξενοφών, «βίος αἱρετός».
καθαιρέω ρήμα · λεξ. 946
Σημαίνει «κατεδαφίζω, καταστρέφω, καθαιρώ». Από κατά- + αἱρέω, υποδηλώνοντας την πράξη του να «παίρνω κάτι προς τα κάτω», δηλαδή να το γκρεμίζω ή να το απομακρύνω από την εξουσία. Θουκυδίδης, «καθαιρεῖν τὰ τείχη».
προαίρεσις ἡ · ουσιαστικό · λεξ. 796
Σημαίνει «επιλογή, σκοπός, ηθική επιλογή, προτίμηση». Από πρό- + αἱρέω, υποδηλώνοντας την «επιλογή εκ των προτέρων» ή την «συνειδητή επιλογή». Κεντρικός όρος στην ηθική του Αριστοτέλη για την ηθική βούληση. Αριστοτέλης, «ἡ προαίρεσις τῆς πράξεως».

Η Φιλοσοφική Διαδρομή

Η σημασία του ἐξαιρετόν εξελίσσεται από την αρχική έννοια της επιλογής σε έναν τεχνικό φιλοσοφικό όρο, αντανακλώντας τις διανοητικές ζυμώσεις της αρχαιότητας.

5ος-4ος ΑΙ. Π.Χ.
Κλασική Ελληνική
Η λέξη χρησιμοποιείται σε κείμενα του Πλάτωνα (π.χ. Νόμοι 760e) και του Ξενοφώντα για να δηλώσει πρόσωπα ή πράγματα που έχουν επιλεγεί ή ξεχωρίζουν λόγω της ποιότητάς τους.
4ος ΑΙ. Π.Χ.
Αριστοτέλης
Ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί το ἐξαιρετόν για να περιγράψει την εξαιρετική ή διακεκριμένη πτυχή μιας αρετής ή ενός χαρακτηριστικού, όπως στα Ηθικά Νικομάχεια (1177a27).
3ος ΑΙ. Π.Χ. ΚΑΙ ΜΕΤΑ
Στωική Φιλοσοφία
Αποκτά τεχνική σημασία ως υποκατηγορία των «προηγμένων» (προτιμητέων) ἀδιάφορων, δηλαδή των πραγμάτων που είναι επιθυμητά αλλά δεν αποτελούν πραγματικά αγαθά. Η χρήση αυτή είναι κεντρική στην ηθική τους θεωρία.
ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Κοινή Ελληνική
Η λέξη βρίσκει ευρεία εφαρμογή σε διοικητικά και νομικά κείμενα, όπου δηλώνει εξαιρέσεις, απαλλαγές ή ειδικές διατάξεις.
ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΠΟΧΗ
Βυζαντινή Ελληνική
Διατηρεί τη σημασία του «εξαιρετικού» και του «προνομιακού», συχνά σε θρησκευτικά ή διοικητικά πλαίσια, υποδηλώνοντας κάτι το ξεχωριστό ή το ευλογημένο.

Στα Αρχαία Κείμενα

Τρία σημαντικά χωρία αναδεικνύουν τη χρήση του ἐξαιρετόν σε διαφορετικά φιλοσοφικά πλαίσια:

«τὸ ἐξαιρετὸν τῶν φυλάκων»
οι επίλεκτοι των φυλάκων
Πλάτων, Νόμοι 760e
«τὸ ἐξαιρετὸν τῆς ἀρετῆς»
το εξαιρετικό μέρος της αρετής
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1177a27
«τῶν προηγμένων τὰ μὲν ἐξαιρετά, τὰ δὲ οὐκ ἐξαιρετά»
από τα προτιμητέα, άλλα είναι εξαιρετικά, άλλα όχι
Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων 7.105

Λεξαριθμική Ανάλυση

Ο λεξάριθμος της λέξης ΕΞΑΙΡΕΤΟΝ είναι 601, από την πρόσθεση των τιμών των γραμμάτων:

Ε = 5
Έψιλον
Ξ = 60
Ξι
Α = 1
Άλφα
Ι = 10
Ιώτα
Ρ = 100
Ρο
Ε = 5
Έψιλον
Τ = 300
Ταυ
Ο = 70
Όμικρον
Ν = 50
Νι
= 601
Σύνολο
5 + 60 + 1 + 10 + 100 + 5 + 300 + 70 + 50 = 601

Το 601 είναι πρώτος αριθμός — αδιαίρετος, χαρακτηριστικό που οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν σημάδι καθαρής ουσίας.

Οι 18 Μέθοδοι

Η εφαρμογή των 18 παραδοσιακών μεθόδων λεξαριθμικής ανάλυσης στη λέξη ΕΞΑΙΡΕΤΟΝ:

ΜέθοδοςΑποτέλεσμαΣημασία
Συναρίθμηση601Πρώτος αριθμός
Αριθμολογία Δεκάδας76+0+1=7 — Επτάδα, ο αριθμός της τελειότητας, της πνευματικότητας και της ολοκλήρωσης.
Αριθμός Γραμμάτων99 γράμματα — Εννεάδα, ο αριθμός της ολοκλήρωσης, της θείας τάξης και της σοφίας.
Αθροιστική1/0/600Μονάδες 1 · Δεκάδες 0 · Εκατοντάδες 600
Περιττός/ΖυγόςΠεριττόςΑρσενική δύναμη
Αριστερό/Δεξί ΧέριΔεξίΘεϊκό πεδίο (≥100)
ΠηλίκονΣυγκριτική μέθοδος
ΝοταρικόνΕ-Ξ-Α-Ι-Ρ-Ε-Τ-Ο-ΝΕπίλεκτον Ξεχωριστόν Αληθές Ιδιαίτερον Ρητόν Εξέχον Τέλειον Ουσιαστικόν Νόημα.
Γραμματικές Ομάδες4Φ · 0Η · 5Α4 φωνήεντα (Ε, Α, Ι, Ε, Ο), 0 ημίφωνα, 5 άφωνα (Ξ, Ρ, Τ, Ν).
ΠαλινδρομικάΌχι
ΟνοματομαντείαΣυγκριτική
Σφαίρα ΔημοκρίτουΜαντική με σεληνιακή ημέρα
Ζωδιακή ΙσοψηφίαΚρόνος ♄ / Ταύρος ♉601 mod 7 = 6 · 601 mod 12 = 1

Ισόψηφες Λέξεις (601)

Λέξεις από το λεξικό Liddell-Scott-Jones με τον ίδιο λεξάριθμο (601) αλλά διαφορετική ρίζα, προσφέροντας μια ματιά στην αριθμητική αρμονία της ελληνικής γλώσσας:

εὐκρίνεια
Η «ευκρίνεια», η σαφήνεια και η διαύγεια, έρχεται σε ενδιαφέρουσα αντίθεση με το «εξαιρετόν». Ενώ το ἐξαιρετόν υποδηλώνει διάκριση και μοναδικότητα, η εὐκρίνεια αναφέρεται στην καθαρότητα και την ευκολία κατανόησης, στοιχεία που συχνά επιδιώκονται στην ορθολογική σκέψη.
ἀνόσιος
Ο «ανόσιος», ο ασεβής ή ανίερος, αντιπροσωπεύει μια έντονη ηθική αντίθεση. Το ἐξαιρετόν μπορεί να είναι ηθικά ουδέτερο (όπως στους Στωικούς) ή να υποδηλώνει ανώτερη ποιότητα, ενώ το ἀνόσιος σηματοδοτεί την πλήρη απουσία ιερότητας ή ηθικής τάξης.
ἀνάστημα
Το «ανάστημα», το ύψος ή το μέγεθος, προσφέρει μια φυσική, μετρήσιμη διάσταση. Σε αντίθεση με το ἐξαιρετόν που αναφέρεται σε ποιοτική διάκριση ή επιλογή, το ἀνάστημα περιγράφει μια ποσοτική ιδιότητα, τη φυσική παρουσία ή το κύρος.
μάντις
Ο «μάντις», ο προφήτης ή ο μάντης, συνδέεται με τη θεία έμπνευση και την πρόβλεψη. Αυτή η λέξη αντιπαραβάλλεται με το ἐξαιρετόν, το οποίο συχνά αναφέρεται σε ορθολογική επιλογή ή διάκριση, φέρνοντας στο προσκήνιο τη σφαίρα του υπερφυσικού έναντι του λογικού.
βιαιότης
Η «βιαιότης», η βία ή η σφοδρότητα, υποδηλώνει μια πράξη δύναμης και επιβολής. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την προσεκτική επιλογή ή διάκριση που υποδηλώνει το ἐξαιρετόν, το οποίο συχνά συνεπάγεται μια πιο μεθοδική ή εκλεπτυσμένη διαδικασία.

Στο λεξικό LSJ υπάρχουν συνολικά 83 λέξεις με λεξάριθμο 601. Για τον πλήρη κατάλογο και AI σημασιολογικό φιλτράρισμα, δες το διαδραστικό εργαλείο.

Πηγές & Βιβλιογραφία

  • Liddell, H. G., Scott, R., Jones, H. S.A Greek-English Lexicon, with a Revised Supplement. Clarendon Press, Oxford, 1996.
  • ΠλάτωνΝόμοι, Βιβλίο Ζ', 760e.
  • ΑριστοτέληςΗθικά Νικομάχεια, Βιβλίο Ι', 1177a27.
  • Διογένης ΛαέρτιοςΒίοι Φιλοσόφων, Βιβλίο Ζ', 105.
  • Long, A. A., Sedley, D. N.The Hellenistic Philosophers, Vol. 1: Translations of the Principal Sources with Philosophical Commentary. Cambridge University Press, 1987.
  • Chantraine, P.Dictionnaire étymologique de la langue grecque: histoire des mots. Klincksieck, Paris, 1968-1980.
Εξερεύνησε τη λέξη στο διαδραστικό εργαλείο
AI φιλτράρισμα ισόψηφων + όλες οι μέθοδοι ενεργές
ΑΝΟΙΞΕ ΤΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ →
← Όλες οι λέξεις
Αναφορά Σφάλματος
Συνεχίστε δωρεάν
Για να συνεχίσετε την έρευνα, ολοκληρώστε τη δωρεάν εγγραφή.
ΔΩΡΕΑΝ ΕΓΓΡΑΦΗ