ΛΟΓΟΣ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΕΣ
κριτήριον (τό)

ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ

ΛΕΞΑΡΙΘΜΟΣ 668

Το κριτήριον, στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία, αποτελεί τον κανόνα ή το μέτρο με το οποίο κρίνεται η αλήθεια, η ορθότητα ή η αξία ενός πράγματος. Από την κλασική σκέψη μέχρι τους Στωικούς και τους Επικούρειους, η αναζήτηση ενός αξιόπιστου κριτηρίου ήταν κεντρική για την επιστημολογία και την ηθική. Ο λεξάριθμός του (668) υποδηλώνει μια σύνδεση με την έννοια της διάκρισης και της ισορροπίας.

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΦΑΛΜΑΤΟΣ

Ορισμός

Το «κριτήριον» (κριτήριον, τό) προέρχεται από το ρήμα «κρίνω» και αρχικά σήμαινε «το μέσο της κρίσης», «το όργανο με το οποίο κρίνεται κάτι». Στην καθημερινή χρήση, μπορούσε να αναφέρεται σε ένα δικαστήριο, ένα δικαστήριο ή ένα μέσο δοκιμής. Ωστόσο, η φιλοσοφική του σημασία είναι αυτή που το καθιέρωσε ως έναν από τους θεμελιώδεις όρους της αρχαίας ελληνικής σκέψης.

Στην επιστημολογία, το κριτήριον είναι ο κανόνας ή το πρότυπο με βάση το οποίο διακρίνεται το αληθές από το ψευδές, το πραγματικό από το φαινομενικό. Για τους Στωικούς, το κριτήριο της αλήθειας ήταν η «καταληπτική φαντασία», μια σαφής και διακριτή αντίληψη που επιβάλλεται στον νου. Αντίθετα, οι Επικούρειοι θεωρούσαν τις αισθήσεις και τα προλήψεις (πρότερες έννοιες) ως τα πρωταρχικά κριτήρια.

Η σημασία του κριτηρίου επεκτείνεται και στην ηθική, όπου λειτουργεί ως το μέτρο για την αξιολόγηση των πράξεων και των χαρακτήρων. Για παράδειγμα, η αρετή μπορεί να είναι κριτήριο για την ευδαιμονία, ή η λογική για την ορθή επιλογή. Η αναζήτηση ενός σταθερού και αξιόπιστου κριτηρίου ήταν μια διαρκής πρόκληση για τους φιλοσόφους, καθώς η αποδοχή ή η απόρριψή του επηρέαζε ολόκληρο το οικοδόμημα της γνώσης και της ηθικής.

Ετυμολογία

κριτήριον ← κριτήρ (αυτός που κρίνει) ← κρίνω (διαχωρίζω, αποφασίζω) ← κριν- (αρχαιοελληνική ρίζα του αρχαιότερου στρώματος της γλώσσας)
Η ρίζα «κριν-» είναι μια αρχαιοελληνική ρίζα που ανήκει στο αρχαιότερο στρώμα της γλώσσας, εκφράζοντας την έννοια του διαχωρισμού, της επιλογής και της απόφασης. Από αυτή τη ρίζα προέρχεται το ρήμα «κρίνω», το οποίο σημαίνει «διαχωρίζω, ξεχωρίζω, αποφασίζω, κρίνω». Η σημασία του εξελίχθηκε από τον απλό διαχωρισμό σε μια πιο σύνθετη διαδικασία αξιολόγησης και απονομής δικαιοσύνης.

Από το ρήμα «κρίνω» παράγονται πολυάριθμες λέξεις που διατηρούν την πυρηνική σημασία της διάκρισης και της αξιολόγησης. Ουσιαστικά όπως η «κρίσις» (η πράξη της κρίσης, η απόφαση), ο «κριτής» (αυτός που κρίνει), και το «κριτήριον» (το μέσο της κρίσης) είναι άμεσοι απόγονοι. Επίσης, σύνθετες λέξεις με προθέματα όπως «διάκρισις» (διάκριση, διάγνωση) και «ἀπόκρισις» (απάντηση, διάκριση) εμπλουτίζουν το σημασιολογικό πεδίο, δείχνοντας την εσωτερική δυναμική της ελληνικής γλώσσας να παράγει νέες έννοιες από μια κοινή ρίζα.

Οι Κύριες Σημασίες

  1. Μέσο ή όργανο κρίσης — Το αρχικό και πιο γενικό νόημα, αναφερόμενο σε οτιδήποτε χρησιμοποιείται για να κρίνει ή να διακρίνει κάτι. Π.χ., ένα ζύγι για το βάρος.
  2. Δικαστήριο, τόπος κρίσης — Σε νομικό ή δημόσιο πλαίσιο, ο χώρος όπου λαμβάνονται αποφάσεις ή απονέμεται δικαιοσύνη. Π.χ., «τὸ κριτήριον τῶν δικαστῶν».
  3. Κανόνας ή πρότυπο αξιολόγησης — Η φιλοσοφική σημασία, ως το μέτρο με το οποίο αξιολογείται η αλήθεια, η ορθότητα ή η αξία. Π.χ., «τὸ κριτήριον τῆς ἀληθείας».
  4. Απόδειξη, τεκμήριο — Κάτι που χρησιμεύει ως βάση για μια κρίση ή απόφαση, ένα σημάδι που οδηγεί σε συμπέρασμα.
  5. Δοκιμασία, έλεγχος — Μια διαδικασία μέσω της οποίας κάτι ελέγχεται ή δοκιμάζεται για την ποιότητά του ή την καταλληλότητά του.
  6. Αισθητήριο όργανο — Σε ορισμένα πλαίσια, μπορεί να αναφέρεται στα αισθητήρια όργανα ως μέσα με τα οποία ο άνθρωπος κρίνει τον κόσμο.
  7. Βάση για ηθική κρίση — Στην ηθική φιλοσοφία, το πρότυπο με βάση το οποίο κρίνονται οι πράξεις ως καλές ή κακές, δίκαιες ή άδικες.

Οικογένεια Λέξεων

κριν- (ρίζα του ρήματος κρίνω, σημαίνει «διαχωρίζω, αποφασίζω»)

Η ρίζα «κριν-» είναι θεμελιώδης στην αρχαία ελληνική γλώσσα, εκφράζοντας την ενέργεια του διαχωρισμού, της επιλογής, της αξιολόγησης και της απόφασης. Από αυτή τη ρίζα αναπτύχθηκε μια πλούσια οικογένεια λέξεων που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα εννοιών, από την απλή διάκριση αντικειμένων μέχρι την απονομή δικαιοσύνης και την επιστημολογική αναζήτηση της αλήθειας. Κάθε μέλος της οικογένειας διατηρεί τον πυρήνα της κρίσης, είτε ως ενέργεια, είτε ως αποτέλεσμα, είτε ως μέσο.

κρίνω ρήμα · λεξ. 980
Το βασικό ρήμα από το οποίο προέρχεται η οικογένεια. Σημαίνει «διαχωρίζω, ξεχωρίζω», αλλά και «αποφασίζω, δικάζω, κρίνω». Στον Όμηρο χρησιμοποιείται για τη διάκριση μεταξύ αντιπάλων, ενώ αργότερα αποκτά νομική και φιλοσοφική σημασία.
κρίσις ἡ · ουσιαστικό · λεξ. 540
Η πράξη της κρίσης, η απόφαση, η διάκριση. Σημαντικός όρος στην ιατρική (διάγνωση, κρίσιμη στιγμή της νόσου) και στη ρητορική (η κρίση του ακροατηρίου). Αναφέρεται συχνά σε φιλοσοφικά κείμενα για την τελική απόφαση ή αξιολόγηση.
κριτής ὁ · ουσιαστικό · λεξ. 638
Αυτός που κρίνει, ο δικαστής, ο διαιτητής. Στην αρχαία Αθήνα, ο κριτής ήταν μέλος του δικαστηρίου. Στη φιλοσοφία, μπορεί να αναφέρεται στον νου ή τη λογική ως τον φορέα της κρίσης.
κριτικός επίθετο · λεξ. 730
Αυτός που έχει την ικανότητα να κρίνει, ο ικανός στην κρίση. Επίσης, αυτός που αφορά την κρίση. Ο όρος «κριτική τέχνη» αναφέρεται στην ικανότητα να κρίνει κανείς έργα τέχνης ή λόγου.
διάκρισις ἡ · ουσιαστικό · λεξ. 575
Η πράξη του διαχωρισμού, της διάκρισης, της διάγνωσης. Στην ιατρική, η διάγνωση μιας ασθένειας. Στη φιλοσοφία, η ικανότητα να διακρίνει κανείς μεταξύ διαφορετικών εννοιών ή καταστάσεων, όπως στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη.
ἀπόκρισις ἡ · ουσιαστικό · λεξ. 691
Η απάντηση, η αντίκρουση, η διάκριση. Προέρχεται από το «ἀποκρίνομαι» (απαντώ, διαχωρίζω). Σημαίνει την κρίση που δίνεται ως απάντηση σε ένα ερώτημα ή μια πρόκληση. Στην Καινή Διαθήκη, η απάντηση του Χριστού.
ὑποκριτής ὁ · ουσιαστικό · λεξ. 1188
Αρχικά, ο ερμηνευτής, ο υποκριτής (ηθοποιός) στο θέατρο, αυτός που «αποκρίνεται» στον χορό. Αργότερα απέκτησε την αρνητική σημασία του υποκριτή, αυτού που προσποιείται, κρύβοντας την αληθινή του κρίση ή πρόθεση. Στα Ευαγγέλια, οι Φαρισαίοι χαρακτηρίζονται ως υποκριτές.
κριτήριος επίθετο · λεξ. 818
Αυτός που αφορά την κρίση, ο κριτικός, ο αποφασιστικός. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάτι που είναι καθοριστικό για μια κρίση ή μια απόφαση, όπως μια κριτήριος ημέρα ή μια κριτήριος στιγμή.

Η Φιλοσοφική Διαδρομή

Η έννοια του κριτηρίου εξελίχθηκε σημαντικά στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία, από την αρχική της σημασία ως μέσο κρίσης σε έναν κεντρικό επιστημολογικό και ηθικό όρο.

5ος-4ος ΑΙ. Π.Χ.
Κλασική Εποχή (Πλάτων, Αριστοτέλης)
Ενώ η λέξη «κριτήριον» δεν είναι τόσο συχνή στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη όσο σε μεταγενέστερους, η ιδέα του κριτηρίου είναι παρούσα. Ο Πλάτων αναζητά κριτήρια για την αλήθεια στις Ιδέες, ενώ ο Αριστοτέλης στα λογικά συμπεράσματα και την εμπειρία. Για παράδειγμα, η «μέση οδός» του Αριστοτέλη λειτουργεί ως κριτήριο για την αρετή.
3ος ΑΙ. Π.Χ.
Στωική Φιλοσοφία
Οι Στωικοί έδωσαν μεγάλη έμφαση στο κριτήριο της αλήθειας, θεωρώντας την «καταληπτική φαντασία» ως το μοναδικό αξιόπιστο μέσο για την απόκτηση βέβαιης γνώσης. Αυτή η φαντασία είναι μια σαφής και διακριτή εντύπωση που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.
3ος ΑΙ. Π.Χ.
Επικούρεια Φιλοσοφία
Οι Επικούρειοι πρότειναν ένα διαφορετικό κριτήριο, βασισμένο στις αισθήσεις, τις προλήψεις (γενικές έννοιες) και τα πάθη (ηδονή και πόνος). Για αυτούς, η αίσθηση είναι αλάνθαστη και παρέχει την πρωταρχική βάση για κάθε κρίση.
2ος-1ος ΑΙ. Π.Χ.
Σκεπτικισμός (Ακαδημαϊκός και Πυρρώνειος)
Οι Σκεπτικοί, όπως ο Καρνεάδης και ο Σέξτος Εμπειρικός, αμφισβήτησαν την ύπαρξη οποιουδήποτε αξιόπιστου κριτηρίου της αλήθειας. Ο Σέξτος Εμπειρικός αφιέρωσε μεγάλο μέρος του έργου του στην κριτική των διαφόρων κριτηρίων που πρότειναν οι δογματικοί φιλόσοφοι.
1ος ΑΙ. Μ.Χ.
Ρωμαϊκή Εποχή (Πλούταρχος, Επίκτητος)
Η συζήτηση για το κριτήριο συνεχίστηκε, με φιλοσόφους όπως ο Πλούταρχος να σχολιάζουν τις διαφορές μεταξύ των σχολών και ο Επίκτητος να ενσωματώνει την ιδέα της ορθής κρίσης στην ηθική του διδασκαλία, τονίζοντας την ανάγκη για διάκριση μεταξύ των πραγμάτων που εξαρτώνται από εμάς και αυτών που δεν εξαρτώνται.

Στα Αρχαία Κείμενα

Τρία σημαντικά χωρία που αναδεικνύουν τη χρήση και τη σημασία του «κριτηρίου» στην αρχαία ελληνική σκέψη:

«Περὶ δὲ τοῦ κριτηρίου τῆς ἀληθείας, ὅπερ ἐστὶν ὁ κανὼν τῆς ζωῆς»
Σχετικά με το κριτήριο της αλήθειας, το οποίο είναι ο κανόνας της ζωής.
Σέξτος Εμπειρικός, «Πυρρώνειοι Υποτυπώσεις» 1.17
«τὸ δὲ κριτήριον τῆς ἀληθείας, ὡς ἔφασαν οἱ Στωϊκοί, ἡ καταληπτικὴ φαντασία»
Το κριτήριο της αλήθειας, όπως έλεγαν οι Στωικοί, είναι η καταληπτική φαντασία.
Διογένης Λαέρτιος, «Βίοι Φιλοσόφων» 7.54
«τὸ γὰρ κριτήριον τῆς ἀληθείας οὐκ ἔστιν ἐν τῇ γνώμῃ, ἀλλ' ἐν τῇ φύσει»
Διότι το κριτήριο της αλήθειας δεν βρίσκεται στην γνώμη, αλλά στη φύση.
Επίκουρος, «Προς Μενοικέα» (απόσπασμα, αναφορά από Διογένη Λαέρτιο)

Λεξαριθμική Ανάλυση

Ο λεξάριθμος της λέξης ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ είναι 668, από την πρόσθεση των τιμών των γραμμάτων:

Κ = 20
Κάππα
Ρ = 100
Ρο
Ι = 10
Ιώτα
Τ = 300
Ταυ
Η = 8
Ήτα
Ρ = 100
Ρο
Ι = 10
Ιώτα
Ο = 70
Όμικρον
Ν = 50
Νι
= 668
Σύνολο
20 + 100 + 10 + 300 + 8 + 100 + 10 + 70 + 50 = 668

Το 668 αναλύεται σε 600 (εκατοντάδες) + 60 (δεκάδες) + 8 (μονάδες).

Οι 18 Μέθοδοι

Η εφαρμογή των 18 παραδοσιακών μεθόδων λεξαριθμικής ανάλυσης στη λέξη ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ:

ΜέθοδοςΑποτέλεσμαΣημασία
Συναρίθμηση668Βασικός λεξάριθμος
Αριθμολογία Δεκάδας26+6+8=20 → 2+0=2 — Δυάδα: Διάκριση, αντιπαράθεση, ζεύγος, η αρχή της κρίσης και της επιλογής μεταξύ δύο αντιθέτων.
Αριθμός Γραμμάτων99 γράμματα — Εννεάδα: Ολοκλήρωση, τελειότητα, η πληρότητα της κρίσης και της κατανόησης.
Αθροιστική8/60/600Μονάδες 8 · Δεκάδες 60 · Εκατοντάδες 600
Περιττός/ΖυγόςΖυγόςΘηλυκή δύναμη
Αριστερό/Δεξί ΧέριΔεξίΘεϊκό πεδίο (≥100)
ΠηλίκονΣυγκριτική μέθοδος
ΝοταρικόνΚ-Ρ-Ι-Τ-Η-Ρ-Ι-Ο-ΝΚρίσις Ρημάτων Ίσως Τιμά Ηθική Ρώμη Ικανών Ορθών Νόμων (ερμηνευτικό)
Γραμματικές Ομάδες4Φ · 5Σ4 φωνήεντα (Ι, Η, Ι, Ο) και 5 σύμφωνα (Κ, Ρ, Τ, Ρ, Ν).
ΠαλινδρομικάΌχι
ΟνοματομαντείαΣυγκριτική
Σφαίρα ΔημοκρίτουΜαντική με σεληνιακή ημέρα
Ζωδιακή ΙσοψηφίαΉλιος ☉ / Τοξότης ♐668 mod 7 = 3 · 668 mod 12 = 8

Ισόψηφες Λέξεις (668)

Λέξεις από το λεξικό Liddell-Scott-Jones με τον ίδιο λεξάριθμο (668) με το ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ, αλλά διαφορετικής ρίζας:

λογέμπορος
Ο «λογέμπορος» είναι αυτός που εμπορεύεται λόγια, ίσως με την έννοια του σοφιστή ή του ρήτορα που χειρίζεται τις λέξεις για να επηρεάσει την κρίση. Η συνύπαρξη με το «κριτήριον» υποδηλώνει τη σημασία της ορθής κρίσης στον λόγο.
παθητός
Το «παθητός» σημαίνει αυτός που μπορεί να πάθει, να υποστεί, ή να γίνει αντιληπτός από τις αισθήσεις. Στη φιλοσοφία, η εμπειρία (το πάθος) συχνά τίθεται ως κριτήριο γνώσης, ειδικά στους Εμπειριστές, δημιουργώντας μια ενδιαφέρουσα ισοψηφική σύνδεση.
εὐκλεής
Το «εὐκλεής» σημαίνει ένδοξος, αυτός που έχει καλή φήμη. Η φήμη είναι μια μορφή δημόσιας κρίσης και αξιολόγησης. Η ισοψηφία μπορεί να υποδηλώνει ότι η κρίση (κριτήριον) οδηγεί στην αναγνώριση και την δόξα.
μιμητός
Το «μιμητός» σημαίνει αυτός που μπορεί να μιμηθεί, που είναι άξιος μίμησης. Αυτό υποδηλώνει την ύπαρξη ενός προτύπου ή ενός κριτηρίου προς το οποίο πρέπει να προσανατολιστεί η μίμηση, είτε στην τέχνη είτε στην ηθική.
ἀπροσδεής
Το «ἀπροσδεής» σημαίνει αυτός που δεν έχει ανάγκη, που είναι αυτάρκης. Αυτή η έννοια συχνά χρησιμοποιείται ως κριτήριο για την τελειότητα ή τη θεϊκή φύση, καθώς το τέλειο ον δεν χρειάζεται τίποτα εξωτερικό για να υπάρξει ή να κριθεί.
ἐγκλιτικός
Ο «ἐγκλιτικός» είναι ένας γραμματικός όρος για λέξεις που «κλίνουν» ή «στηρίζονται» σε μια προηγούμενη λέξη. Αυτό μπορεί να ερμηνευθεί μεταφορικά ως η ανάγκη για ένα κριτήριο να «στηρίζεται» σε μια σταθερή βάση ή αρχή για να είναι έγκυρο.

Στο λεξικό LSJ υπάρχουν συνολικά 50 λέξεις με λεξάριθμο 668. Για τον πλήρη κατάλογο και AI σημασιολογικό φιλτράρισμα, δες το διαδραστικό εργαλείο.

Πηγές & Βιβλιογραφία

  • Liddell, H. G., Scott, R., Jones, H. S.A Greek-English Lexicon, 9η έκδοση, Oxford University Press, 1940.
  • Diogenes LaertiusΒίοι Φιλοσόφων, επιμέλεια M. Marcovich, Teubner, 1999.
  • Sextus EmpiricusΠυρρώνειοι Υποτυπώσεις, επιμέλεια R. G. Bury, Loeb Classical Library, Harvard University Press, 1933.
  • Long, A. A., Sedley, D. N.The Hellenistic Philosophers, Volume 1: Translations of the Principal Sources with Philosophical Commentary, Cambridge University Press, 1987.
  • PlatoΠολιτεία, επιμέλεια J. Burnet, Oxford University Press, 1902.
  • AristotleἨθικὰ Νικομάχεια, επιμέλεια I. Bywater, Oxford University Press, 1894.
  • Bauer, W., Arndt, W. F., Gingrich, F. W., Danker, F. W.A Greek-English Lexicon of the New Testament and Other Early Christian Literature, 3η έκδοση, University of Chicago Press, 2000.
Εξερεύνησε τη λέξη στο διαδραστικό εργαλείο
AI φιλτράρισμα ισόψηφων + όλες οι μέθοδοι ενεργές
ΑΝΟΙΞΕ ΤΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ →
← Όλες οι λέξεις
Αναφορά Σφάλματος
Συνεχίστε δωρεάν
Για να συνεχίσετε την έρευνα, ολοκληρώστε τη δωρεάν εγγραφή.
ΔΩΡΕΑΝ ΕΓΓΡΑΦΗ