ΛΟΓΟΣ
ΙΑΤΡΙΚΕΣ
πλεονασμός (ὁ)

ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΣ

ΛΕΞΑΡΙΘΜΟΣ 746

Ο πλεονασμός, μια λέξη με βαθιές ρίζες στην αρχαία ελληνική ιατρική και ρητορική, περιγράφει την κατάσταση της υπεραφθονίας ή του πλεονάσματος. Στην ιατρική, αναφέρεται στην περίσσεια χυμών ή άλλων ουσιών στο σώμα, μια κεντρική έννοια για την κατανόηση των ασθενειών από τον Ιπποκράτη μέχρι τον Γαληνό. Στη ρητορική και τη γραμματική, υποδηλώνει τη χρήση περιττών λέξεων για έμφαση ή, συχνότερα, ως στυλιστικό σφάλμα. Ο λεξάριθμός του (746) υπογραμμίζει την έννοια της πληρότητας και της υπέρβασης.

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΦΑΛΜΑΤΟΣ

Ορισμός

Ο πλεονασμός (πλεονασμός, ὁ) είναι ουσιαστικό που δηλώνει την κατάσταση της υπεραφθονίας, της περίσσειας ή της υπερβολής. Η λέξη προέρχεται από το ρήμα πλεονάζω («είμαι σε περίσσεια, αφθονώ») και το επίθετο πλέον («περισσότερο»). Η πρωταρχική του χρήση στην κλασική ελληνική λογοτεχνία, ιδιαίτερα στα ιατρικά κείμενα, αφορά την περίσσεια σωματικών υγρών ή άλλων ουσιών που θεωρούνταν αιτία ασθενειών. Για παράδειγμα, ο Ιπποκράτης αναφέρεται συχνά στον πλεονασμό ως παθολογική κατάσταση που απαιτεί θεραπεία.

Πέρα από την ιατρική, ο πλεονασμός απέκτησε σημασία και στη ρητορική και τη γραμματική. Στο πλαίσιο αυτό, περιγράφει την περιττή χρήση λέξεων ή φράσεων που δεν προσθέτουν ουσιαστικό νόημα, αλλά επαναλαμβάνουν ή ενισχύουν αυτό που έχει ήδη ειπωθεί. Ενώ μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως στυλιστικό σχήμα για έμφαση, συχνά θεωρείται ως λάθος που υποδηλώνει έλλειψη σαφήνειας ή ακρίβειας στην έκφραση.

Η έννοια του πλεονασμού, είτε ως βιολογικής ανισορροπίας είτε ως γλωσσικής υπερβολής, υπογραμμίζει μια θεμελιώδη αρχή της αρχαίας ελληνικής σκέψης: την αξία του μέτρου και της ισορροπίας. Η υπέρβαση του ορίου, η περίσσεια, θεωρείται συχνά αρνητική, οδηγώντας σε δυσλειτουργία ή ατέλεια. Έτσι, η λέξη φέρει μια εγγενή κριτική διάσταση απέναντι στην υπερβολή.

Ετυμολογία

πλεονασμός ← πλεονάζω ← πλέον (από τη ρίζα πλε-/πλη-)
Η λέξη πλεονασμός προέρχεται από το ρήμα πλεονάζω, το οποίο σημαίνει «είμαι σε περίσσεια, αφθονώ, υπερβαίνω». Αυτό με τη σειρά του συνδέεται με το επίθετο και επίρρημα πλέον («περισσότερο, περισσότερος») και την ευρύτερη ρίζα πλε-/πλη-, η οποία εκφράζει την έννοια της πληρότητας, της αύξησης και της υπεροχής. Η ρίζα αυτή είναι αρχαιοελληνική και ανήκει στο αρχαιότερο στρώμα της γλώσσας, παράγοντας μια πλούσια οικογένεια λέξεων που σχετίζονται με την πληρότητα, την υπερβολή και την αφθονία.

Συγγενικές λέξεις περιλαμβάνουν το επίθετο πλήρης («γεμάτος, πλήρης»), το ρήμα πίμπλημι («γεμίζω, πληρώ») και το ουσιαστικό πλήρωσις («γέμισμα, εκπλήρωση»). Όλες αυτές οι λέξεις μοιράζονται την ίδια σημασιολογική βάση της πληρότητας, της αύξησης ή της υπερβολής, με τον πλεονασμό να εστιάζει ειδικά στην αρνητική ή προβληματική πλευρά της περίσσειας.

Οι Κύριες Σημασίες

  1. Υπεραφθονία, περίσσεια — Η γενική έννοια της ύπαρξης σε υπερβολική ποσότητα ή αριθμό. Χρησιμοποιείται για οτιδήποτε υπερβαίνει το κανονικό ή το αναγκαίο.
  2. Ιατρικός πλεονασμός — Στην ιατρική, η περίσσεια χυμών (π.χ. αίματος, χολής) ή άλλων ουσιών στο σώμα, που θεωρείται αιτία ασθένειας ή παθολογικής κατάστασης. Κεντρική έννοια στην ιπποκρατική και γαληνική ιατρική.
  3. Ρητορικός πλεονασμός — Στη ρητορική, η χρήση περιττών λέξεων ή φράσεων που επαναλαμβάνουν ή ενισχύουν ένα ήδη εκφρασμένο νόημα. Μπορεί να είναι στυλιστικό σχήμα (π.χ. για έμφαση) ή σφάλμα.
  4. Γραμματικός πλεονασμός — Στη γραμματική, η χρήση περισσότερων λέξεων από όσες είναι απαραίτητες για τη σαφήνεια ή την ακρίβεια της έκφρασης, συχνά θεωρούμενη ως λάθος.
  5. Υπερβολή, υπέρβαση — Η κατάσταση του να ξεπερνά κανείς ένα όριο, ένα μέτρο ή μια αναλογία, οδηγώντας σε ανισορροπία ή δυσλειτουργία.
  6. Αφθονία, πλούτος (σπάνια) — Σε ορισμένα πλαίσια, μπορεί να υποδηλώνει απλώς αφθονία ή πλούτο, χωρίς την αρνητική χροιά της υπερβολής, αν και αυτή η χρήση είναι λιγότερο συχνή.

Οικογένεια Λέξεων

πλε-/πλη- (ρίζα του πλέον, πίμπλημι, σημαίνει «περισσότερο, γεμίζω»)

Η ρίζα πλε-/πλη- αποτελεί τη βάση μιας εκτεταμένης οικογένειας λέξεων στην αρχαία ελληνική, οι οποίες περιστρέφονται γύρω από τις έννοιες της πληρότητας, της αφθονίας, της αύξησης και της υπεροχής. Από αυτή τη ρίζα προέρχονται ρήματα που δηλώνουν το γέμισμα, επίθετα που περιγράφουν την κατάσταση του γεμάτου, και ουσιαστικά που αναφέρονται στην πληρότητα ή την περίσσεια. Η σημασιολογική της εξέλιξη επιτρέπει την έκφραση τόσο της θετικής πληρότητας όσο και της αρνητικής υπερβολής, όπως στην περίπτωση του πλεονασμού.

πλέον επίρρημα · λεξ. 235
Το επίρρημα που σημαίνει «περισσότερο, επιπλέον». Αποτελεί τη βάση για πολλές λέξεις της οικογένειας, υποδηλώνοντας την αύξηση ή την υπέρβαση. Χρησιμοποιείται ευρέως σε όλες τις περιόδους της ελληνικής γλώσσας, από τον Όμηρο έως τη Νεοελληνική.
πλήρης επίθετο · λεξ. 426
Το επίθετο που σημαίνει «γεμάτος, πλήρης, ολοκληρωμένος». Περιγράφει την κατάσταση της πληρότητας, είτε κυριολεκτικά (π.χ. «πλήρης οἶκος») είτε μεταφορικά (π.χ. «πλήρης σοφίας»). Είναι θεμελιώδες για την κατανόηση της ρίζας πλε-/πλη- ως «γεμίζω».
πίμπλημι ρήμα · λεξ. 298
Το ρήμα που σημαίνει «γεμίζω, πληρώ». Εκφράζει την ενέργεια της πλήρωσης ή της συμπλήρωσης. Αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα ρήματα της ρίζας, με παραδείγματα χρήσης στον Όμηρο («πίμπλησι γαστέρα» — γεμίζει την κοιλιά).
πλήρωσις ἡ · ουσιαστικό · λεξ. 1428
Το ουσιαστικό που σημαίνει «γέμισμα, εκπλήρωση, συμπλήρωση». Αναφέρεται στην πράξη ή το αποτέλεσμα του γεμίσματος. Στη φιλοσοφία και τη θεολογία, μπορεί να σημαίνει την εκπλήρωση ενός σκοπού ή την τελειότητα, όπως στην Καινή Διαθήκη («πλήρωσις τοῦ νόμου»).
πλεονάζω ρήμα · λεξ. 1043
Το ρήμα που σημαίνει «είμαι σε περίσσεια, αφθονώ, υπερβαίνω». Από αυτό παράγεται άμεσα ο πλεονασμός. Χρησιμοποιείται για να δηλώσει την υπέρβαση του μέτρου ή την αφθονία, συχνά με αρνητική χροιά, όπως στον Θουκυδίδη και τον Πλάτωνα.
πλεονεξία ἡ · ουσιαστικό · λεξ. 311
Το ουσιαστικό που σημαίνει «απληστία, πλεονεξία, το να θέλεις να έχεις περισσότερα». Προέρχεται από το πλέον και ἔχω («έχω περισσότερα»). Στην αρχαία ελληνική ηθική, θεωρείται σοβαρό ελάττωμα, όπως αναλύεται από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη.
πλεονεκτέω ρήμα · λεξ. 1365
Το ρήμα που σημαίνει «έχω περισσότερα, υπερέχω, εκμεταλλεύομαι». Συνδέεται άμεσα με την πλεονεξία, περιγράφοντας την πράξη της επιδίωξης ή της απόκτησης πλεονεκτήματος, συχνά αθέμιτου. Εμφανίζεται συχνά σε πολιτικά και ηθικά κείμενα.
πλεῖστος επίθετο · λεξ. 895
Ο υπερθετικός βαθμός του πολὺς («πολύς»), σημαίνει «ο περισσότερος, ο μέγιστος». Ενισχύει την έννοια της ποσότητας και της υπεροχής, συνδέοντας την οικογένεια λέξεων με την ιδέα του «πολύ» και του «περισσότερο».
πλησμονή ἡ · ουσιαστικό · λεξ. 486
Το ουσιαστικό που σημαίνει «πληρότητα, κορεσμός, υπερβολική πλήρωση». Συχνά χρησιμοποιείται για να περιγράψει την κατάσταση του να είναι κανείς χορτάτος ή να έχει υπερβολική ποσότητα κάτι, όπως στον Ησίοδο και τον Ξενοφώντα.

Η Φιλοσοφική Διαδρομή

Η έννοια του πλεονασμού διατρέχει την αρχαία ελληνική σκέψη, από την ιατρική επιστήμη μέχρι τη φιλοσοφία και τη ρητορική, αντανακλώντας την αξία του μέτρου.

5ος-4ος ΑΙ. Π.Χ.
Ιπποκρατική Ιατρική
Ο Ιπποκράτης και οι συνεχιστές του χρησιμοποιούν τον όρο «πλεονασμός» για να περιγράψουν την περίσσεια χυμών στο σώμα ως αιτία ασθενειών. Στο έργο του «Περὶ ἀρχαίας ἰατρικῆς» και στα «Ἀφορίσματα» αναλύεται η σημασία της ισορροπίας και της αποφυγής του πλεονασμού.
4ος ΑΙ. Π.Χ.
Αριστοτέλης
Ο Αριστοτέλης, αν και δεν χρησιμοποιεί τον όρο με την ίδια ιατρική ένταση, αναφέρεται στην έννοια της υπερβολής (ὑπερβολή) και της έλλειψης (ἔλλειψις) ως παρεκκλίσεις από τη μεσότητα, μια φιλοσοφική αρχή που συνδέεται εννοιολογικά με τον πλεονασμό.
1ος ΑΙ. Π.Χ. - 1ος ΑΙ. Μ.Χ.
Ρητορική και Γραμματική
Στους ρωμαϊκούς χρόνους, με την ανάπτυξη της ρητορικής θεωρίας, ο πλεονασμός καθιερώνεται ως τεχνικός όρος για την περιττή χρήση λέξεων. Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς και άλλοι ρητοροδιδάσκαλοι τον εξετάζουν ως στυλιστικό φαινόμενο.
2ος ΑΙ. Μ.Χ.
Γαληνός
Ο Γαληνός, ο σημαντικότερος ιατρός μετά τον Ιπποκράτη, ενσωματώνει πλήρως τον πλεονασμό στην ιατρική του θεωρία. Στα έργα του, όπως το «Περὶ κράσεων» και το «Θεραπευτικὴ μέθοδος», αναλύει λεπτομερώς τις επιπτώσεις του πλεονασμού των χυμών και τις θεραπευτικές προσεγγίσεις.
Μεταγενέστερη Ελληνική
Βυζαντινή και Νεοελληνική
Η λέξη διατηρεί τη σημασία της τόσο στην ιατρική ορολογία όσο και στη γλωσσολογία. Στη νεοελληνική, ο «πλεονασμός» χρησιμοποιείται κυρίως με τη γραμματική και ρητορική του έννοια, υποδηλώνοντας την περιττή επανάληψη ή την υπερβολή στην έκφραση.

Στα Αρχαία Κείμενα

Τρία χαρακτηριστικά χωρία που αναδεικνύουν τη χρήση του πλεονασμού στην αρχαία ελληνική γραμματεία:

«τὰς δὲ τῶν νοσημάτων φύσιας, ὅτι μὲν πλεονασμοῦ καὶ ἐλλείψεως ἕνεκα γίνονται, τοῦτο μὲν οὐκ ἂν ἀγνοήσειεν οὐδείς.»
Κανείς δεν θα αγνοούσε τούτο, ότι οι φύσεις των νοσημάτων προκαλούνται λόγω πλεονασμού και έλλειψης.
Ιπποκράτης, Ἀφορίσματα 1.3
«τὸν πλεονασμὸν τῆς ὕλης»
την περίσσεια της ύλης
Γαληνός, Θεραπευτικὴ μέθοδος V.1
«πλεονασμὸς δέ ἐστιν, ὅταν πλείω λέγῃ τις ἢ ὅσα δεῖ.»
Πλεονασμός είναι, όταν κάποιος λέει περισσότερα από όσα χρειάζεται.
Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, Περὶ συνθέσεως ὀνομάτων 22

Λεξαριθμική Ανάλυση

Ο λεξάριθμος της λέξης ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΣ είναι 746, από την πρόσθεση των τιμών των γραμμάτων:

Π = 80
Πι
Λ = 30
Λάμδα
Ε = 5
Έψιλον
Ο = 70
Όμικρον
Ν = 50
Νι
Α = 1
Άλφα
Σ = 200
Σίγμα
Μ = 40
Μι
Ο = 70
Όμικρον
Σ = 200
Σίγμα
= 746
Σύνολο
80 + 30 + 5 + 70 + 50 + 1 + 200 + 40 + 70 + 200 = 746

Το 746 αναλύεται σε 700 (εκατοντάδες) + 40 (δεκάδες) + 6 (μονάδες).

Οι 18 Μέθοδοι

Η εφαρμογή των 18 παραδοσιακών μεθόδων λεξαριθμικής ανάλυσης στη λέξη ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΣ:

ΜέθοδοςΑποτέλεσμαΣημασία
Συναρίθμηση746Βασικός λεξάριθμος
Αριθμολογία Δεκάδας87+4+6 = 17 → 1+7 = 8 — Οκτάδα, ο αριθμός της ισορροπίας και της δικαιοσύνης, αλλά και της υπερβολής όταν διαταραχθεί.
Αριθμός Γραμμάτων109 γράμματα — Εννεάδα, ο αριθμός της ολοκλήρωσης και της τελειότητας, που μπορεί να διαταραχθεί από την υπερβολή.
Αθροιστική6/40/700Μονάδες 6 · Δεκάδες 40 · Εκατοντάδες 700
Περιττός/ΖυγόςΖυγόςΘηλυκή δύναμη
Αριστερό/Δεξί ΧέριΔεξίΘεϊκό πεδίο (≥100)
ΠηλίκονΣυγκριτική μέθοδος
ΝοταρικόνΠ-Λ-Ε-Ο-Ν-Α-Σ-Μ-Ο-ΣΠολλῶν Λέξεων Ἐπιδεικνύων Ὁμιλίαν Νόθον Ἀσυνάρτητον Σοφίας Μηδὲν Ὁρίζουσαν Σαφῶς.
Γραμματικές Ομάδες4Φ · 6Σ4 φωνήεντα (Ε, Ο, Α, Ο) και 6 σύμφωνα (Π, Λ, Ν, Σ, Μ, Σ).
ΠαλινδρομικάΌχι
ΟνοματομαντείαΣυγκριτική
Σφαίρα ΔημοκρίτουΜαντική με σεληνιακή ημέρα
Ζωδιακή ΙσοψηφίαΆρης ♂ / Δίδυμοι ♊746 mod 7 = 4 · 746 mod 12 = 2

Ισόψηφες Λέξεις (746)

Λέξεις από το λεξικό Liddell-Scott-Jones με τον ίδιο λεξάριθμο (746), αλλά διαφορετική ρίζα, προσφέροντας μια ματιά στην αριθμολογική συνύπαρξη εννοιών:

καθαιρετικός
Το επίθετο «καθαιρετικός» σημαίνει «αυτός που μπορεί να κατεβάσει, να καταστρέψει ή να απομακρύνει». Η αριθμητική του σύνδεση με τον πλεονασμό μπορεί να υποδηλώνει την ανάγκη για απομάκρυνση ή μείωση της περίσσειας.
συμπάθεια
Το ουσιαστικό «συμπάθεια» σημαίνει «το να αισθάνεσαι μαζί με κάποιον, συμπόνια». Η ισοψηφία του με τον πλεονασμό μπορεί να υπογραμμίζει την ιδέα της κοινής εμπειρίας, ίσως και της κοινής επιβάρυνσης από μια υπερβολή.
ἐξουσία
Το ουσιαστικό «ἐξουσία» σημαίνει «ελευθερία δράσης, εξουσιοδότηση, δύναμη». Η αριθμητική του ταύτιση με τον πλεονασμό μπορεί να αναδεικνύει την ιδέα της υπερβολικής δύναμης ή της ανεξέλεγκτης εξουσίας, που μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολές.
εὐκοσμία
Το ουσιαστικό «εὐκοσμία» σημαίνει «καλή τάξη, ευπρέπεια, κόσμια συμπεριφορά». Η ισοψηφία του με τον πλεονασμό δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα αντίθεση, καθώς η ευκοσμία αντιπροσωπεύει την αρμονία και το μέτρο, ενώ ο πλεονασμός την υπέρβαση και την ανισορροπία.
δραματικός
Το επίθετο «δραματικός» σημαίνει «αυτός που σχετίζεται με το δράμα, δραστήριος». Η σύνδεσή του με τον πλεονασμό μπορεί να υποδηλώνει την υπερβολή στην έκφραση ή την ένταση που χαρακτηρίζει το δράμα.
χάραγμα
Το ουσιαστικό «χάραγμα» σημαίνει «εγχάραξη, σημάδι, χαρακτήρας». Η ισοψηφία του με τον πλεονασμό μπορεί να παραπέμπει στην ιδέα ότι η περίσσεια αφήνει το δικό της, ανεξίτηλο σημάδι ή χαρακτήρα.

Στο λεξικό LSJ υπάρχουν συνολικά 89 λέξεις με λεξάριθμο 746. Για τον πλήρη κατάλογο και AI σημασιολογικό φιλτράρισμα, δες το διαδραστικό εργαλείο.

Πηγές & Βιβλιογραφία

  • Liddell, H. G., Scott, R., Jones, H. S.A Greek-English Lexicon, with a revised supplement. Clarendon Press, Oxford, 1996.
  • ΙπποκράτηςἈφορίσματα. Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα, 2000.
  • ΓαληνόςΘεραπευτικὴ μέθοδος. Loeb Classical Library, Harvard University Press, 2006.
  • Διονύσιος ο ΑλικαρνασσεύςΠερὶ συνθέσεως ὀνομάτων. Loeb Classical Library, Harvard University Press, 1939.
  • Smyth, H. W.Greek Grammar. Harvard University Press, 1956.
  • Chantraine, P.Dictionnaire étymologique de la langue grecque. Klincksieck, Paris, 1968-1980.
Εξερεύνησε τη λέξη στο διαδραστικό εργαλείο
AI φιλτράρισμα ισόψηφων + όλες οι μέθοδοι ενεργές
ΑΝΟΙΞΕ ΤΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ →
← Όλες οι λέξεις
Αναφορά Σφάλματος
Συνεχίστε δωρεάν
Για να συνεχίσετε την έρευνα, ολοκληρώστε τη δωρεάν εγγραφή.
ΔΩΡΕΑΝ ΕΓΓΡΑΦΗ