ΛΟΓΟΣ
ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ
ἔγκριτος (—)

ΕΓΚΡΙΤΟΣ

ΛΕΞΑΡΙΘΜΟΣ 708

Η ἔγκριτος ως ο διακεκριμένος, ο επιλεγμένος, ο εγκεκριμένος. Η λέξη υποδηλώνει την αξία που προκύπτει από μια διαδικασία κρίσης και επιλογής, καθιστώντας το άτομο ή το πράγμα άξιο εμπιστοσύνης και σεβασμού. Ο λεξάριθμός της (708) συνδέεται μαθηματικά με την τελειότητα της κρίσης και της διάκρισης.

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΦΑΛΜΑΤΟΣ

Ορισμός

Κατά το Λεξικό Liddell-Scott-Jones, ἔγκριτος σημαίνει «επιλεγμένος, διακεκριμένος, εγκεκριμένος». Πρόκειται για ένα επίθετο που χαρακτηρίζει πρόσωπα ή πράγματα τα οποία έχουν περάσει από μια διαδικασία κρίσης, αξιολόγησης ή επιλογής και έχουν βρεθεί άξια, ανώτερα ή κατάλληλα για έναν συγκεκριμένο ρόλο ή θέση. Η έννοια της «κρίσης» είναι κεντρική, καθώς η «έγκριση» δεν είναι αυθαίρετη, αλλά βασίζεται σε συγκεκριμένα κριτήρια.

Η λέξη χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει πολίτες που έχουν επιλεγεί για δημόσια αξιώματα, στρατιώτες που έχουν κριθεί ικανοί, ή ακόμη και φιλοσοφικές ιδέες που έχουν γίνει αποδεκτές από μια σχολή σκέψης. Υποδηλώνει μια διάκριση που δεν είναι απλώς κοινωνική, αλλά συχνά συνδέεται με την ικανότητα, τη σοφία ή την αρετή. Στην αθηναϊκή δημοκρατία, για παράδειγμα, οι «ἔγκριτοι» πολίτες ήταν αυτοί που είχαν το δικαίωμα να συμμετέχουν πλήρως στα πολιτικά δρώμενα.

Η σημασία της λέξης επεκτείνεται και σε αντικείμενα ή κείμενα που θεωρούνται αυθεντικά, αξιόπιστα ή κανονικά. Ένα «ἔγκριτον» κείμενο είναι ένα κείμενο που έχει εγκριθεί ή αναγνωριστεί ως έγκυρο. Έτσι, η λέξη γεφυρώνει την έννοια της προσωπικής αξίας με την θεσμική αναγνώριση και την πνευματική αυθεντία.

Ετυμολογία

ἔγκριτος ← ἐν- + κρίνω. Η ρίζα κριν- προέρχεται από το αρχαιοελληνικό ρήμα κρίνω.
Η λέξη ἔγκριτος σχηματίζεται από το πρόθεμα ἐν- (που εδώ δηλώνει «μέσα σε», «ανάμεσα σε» ή «σε κατάσταση») και το ρήμα κρίνω, το οποίο σημαίνει «διαχωρίζω, ξεχωρίζω, διακρίνω, κρίνω, αποφασίζω». Η σύνθεση υποδηλώνει την πράξη του να «κρίνεται κάποιος μέσα σε» μια ομάδα ή να «επιλέγεται με κρίση». Η ρίζα κριν- είναι μια αρχαιοελληνική ρίζα του αρχαιότερου στρώματος της γλώσσας, με βαθιά παρουσία σε όλο το ελληνικό λεξιλόγιο.

Συγγενικές λέξεις που μοιράζονται τη ρίζα κριν- περιλαμβάνουν το ουσιαστικό κρίσις («κρίση, απόφαση, διάκριση»), το κριτήριον («μέτρο κρίσης, κανόνας»), τον κριτή («αυτός που κρίνει»), καθώς και σύνθετα ρήματα όπως διακρίνω («διαχωρίζω, διακρίνω») και απο-κρίνω («αποφασίζω, απαντώ»). Όλες αυτές οι λέξεις διατηρούν τον πυρήνα της σημασίας του διαχωρισμού, της αξιολόγησης και της λήψης απόφασης.

Οι Κύριες Σημασίες

  1. Επιλεγμένος, Διακεκριμένος — Αυτός που έχει επιλεγεί ή ξεχωρίσει από μια ομάδα λόγω της αξίας ή της ικανότητάς του.
  2. Εγκεκριμένος, Αποδεκτός — Αυτός που έχει λάβει επίσημη έγκριση ή αναγνώριση από μια αρχή ή ένα σώμα.
  3. Άξιος εμπιστοσύνης, Αξιόπιστος — Πρόσωπο ή πράγμα που θεωρείται έγκυρο και αξιόπιστο λόγω της αποδεδειγμένης ποιότητάς του.
  4. Διακριτικός, Οξυδερκής — Αυτός που έχει την ικανότητα να κρίνει σωστά και να διακρίνει το ορθό από το λανθασμένο.
  5. Κανονικός, Αυθεντικός (για κείμενα) — Κείμενο ή δόγμα που έχει αναγνωριστεί ως έγκυρο και σύμφωνο με τους κανόνες.
  6. Επίλεκτος, Εξέχων — Αναφέρεται σε μέλη μιας κοινότητας που κατέχουν υψηλή θέση ή έχουν ιδιαίτερη επιρροή.

Οικογένεια Λέξεων

κριν- (ρίζα του ρήματος κρίνω, σημαίνει «διαχωρίζω, κρίνω, αποφασίζω»)

Η ρίζα κριν- αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις πυλώνες του αρχαιοελληνικού λεξιλογίου, εκφράζοντας την πρωταρχική ενέργεια του διαχωρισμού και της διάκρισης. Από αυτή την αρχική σημασία, εξελίχθηκε για να περιλάβει την έννοια της αξιολόγησης, της κρίσης, της επιλογής και της απόφασης. Η ικανότητα να «ξεχωρίζει» κανείς κάτι οδηγεί στην ικανότητα να το «κρίνει» και τελικά να το «εγκρίνει» ή να το «απορρίψει». Η οικογένεια λέξεων που παράγεται από αυτή τη ρίζα καλύπτει ένα ευρύ φάσμα εννοιών, από τη νομική και πολιτική κρίση μέχρι την πνευματική διάκριση και την ηθική αξιολόγηση, αναδεικνύοντας την κεντρική σημασία της ορθής κρίσης στην ελληνική σκέψη.

κρίνω ρήμα · λεξ. 980
Το θεμελιώδες ρήμα της οικογένειας, σημαίνει «διαχωρίζω, ξεχωρίζω, διακρίνω», και κατ' επέκταση «κρίνω, αποφασίζω, δικάζω». Είναι η βάση για κάθε έννοια επιλογής και αξιολόγησης. Χρησιμοποιείται εκτενώς από τον Όμηρο έως τους φιλοσόφους.
κρίσις ἡ · ουσιαστικό · λεξ. 540
Η πράξη ή το αποτέλεσμα του κρίνω. Σημαίνει «κρίση, απόφαση, διάκριση», αλλά και «κρίσιμη στιγμή, κρίση» (όπως στην ιατρική). Συνδέεται άμεσα με την ικανότητα να διακρίνει κανείς και να αποφασίζει.
κριτής ὁ · ουσιαστικό · λεξ. 638
Αυτός που κρίνει, ο δικαστής, ο διαιτητής. Το πρόσωπο που έχει την εξουσία ή την ικανότητα να αξιολογεί και να αποφασίζει. Σημαντικός όρος σε νομικά και πολιτικά πλαίσια, π.χ. στους «Κριτές» της Παλαιάς Διαθήκης.
κριτήριον τό · ουσιαστικό · λεξ. 668
Το μέσο ή ο κανόνας με τον οποίο γίνεται η κρίση, το κριτήριο. Αναφέρεται στο πρότυπο ή το σημείο αναφοράς για την αξιολόγηση. Στην φιλοσοφία, το «κριτήριον τῆς ἀληθείας» ήταν κεντρικό ζήτημα.
διάκρισις ἡ · ουσιαστικό · λεξ. 555
Η πράξη του διακρίνω, δηλαδή «διαχωρισμός, διάκριση, οξυδέρκεια». Υποδηλώνει την ικανότητα να αντιλαμβάνεται κανείς λεπτές διαφορές και να κρίνει με ακρίβεια. Στην Καινή Διαθήκη, η «διάκρισις πνευμάτων» είναι χάρισμα.
ἀπόκρισις ἡ · ουσιαστικό · λεξ. 611
Η απάντηση, η απόφαση, η κρίση. Προέρχεται από το ἀποκρίνω («αποχωρίζω, απαντώ»). Η απάντηση θεωρείται ως μια «κρίση» ή «απόφαση» σε ένα ερώτημα.
ὑποκρίνω ρήμα · λεξ. 1530
Αρχικά «ερμηνεύω, εξηγώ» (π.χ. όνειρα), μετά «υποδύομαι ρόλο» (ως ηθοποιός), και τελικά «προσποιούμαι». Η έννοια της ερμηνείας συνδέεται με την κρίση και την απόδοση νοήματος.
ἀκριβής επίθετο · λεξ. 341
Σημαίνει «ακριβής, λεπτομερής, επιμελής». Προέρχεται από το ἀ- (στερητικό) + κρίνω, υποδηλώνοντας κάτι που δεν έχει διαχωριστεί, δηλαδή είναι ενιαίο, άθικτο, και επομένως ακριβές και σωστό.
ἔγκριμα τό · ουσιαστικό · λεξ. 179
Το πράγμα που έχει κριθεί ή εγκριθεί. Στενά συνδεδεμένο με το ἔγκριτος, αναφέρεται στο αποτέλεσμα της διαδικασίας έγκρισης ή επιλογής.
ἀνάκρισις ἡ · ουσιαστικό · λεξ. 512
Η εξέταση, η ανάκριση, η έρευνα. Προέρχεται από το ἀνακρίνω («εξετάζω, ανακρίνω»), υποδηλώνοντας μια λεπτομερή διαδικασία κρίσης και διερεύνησης.

Η Φιλοσοφική Διαδρομή

Η λέξη ἔγκριτος, αν και δεν είναι από τις συχνότερες, διατηρεί μια σταθερή παρουσία στην αρχαία ελληνική γραμματεία, σηματοδοτώντας την αξία της κρίσης και της επιλογής σε διάφορα πλαίσια.

5ος ΑΙ. Π.Χ.
Θουκυδίδης
Εμφανίζεται σε ιστορικά κείμενα για να περιγράψει διακεκριμένους πολίτες ή στρατιώτες. Ο Θουκυδίδης (2.15.1) αναφέρει «τῶν ἐγκρίτων» εννοώντας τους επιφανείς Αθηναίους.
4ος ΑΙ. Π.Χ.
Πλάτων
Χρησιμοποιείται σε φιλοσοφικά έργα για να δηλώσει την επιλογή ή την έγκριση προσώπων ή νόμων. Ο Πλάτων στους «Νόμους» (753a) μιλά για «ἐγκρίτους» ως τους εγκεκριμένους νομοφύλακες.
4ος ΑΙ. Π.Χ.
Αριστοτέλης
Στα πολιτικά του έργα, ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί τον όρο για να αναφερθεί σε πολίτες που έχουν κριθεί άξιοι να συμμετέχουν στην πολιτεία (Πολιτικά 1275b).
Ελληνιστική Περίοδος
Διοικητική Χρήση
Η χρήση της λέξης επεκτείνεται σε διοικητικά και νομικά κείμενα, όπου δηλώνει την επίσημη έγκριση ή την αναγνώριση.
Ρωμαϊκή Περίοδος
Κοινή Ελληνική
Συνεχίζει να χρησιμοποιείται σε διάφορα πλαίσια, διατηρώντας την έννοια του «επιλεγμένου» ή «εγκεκριμένου», αν και με μικρότερη συχνότητα σε σχέση με άλλους όρους.
Βυζαντινή Περίοδος
Εκκλησιαστική Χρήση
Η λέξη διατηρείται, ιδίως σε εκκλησιαστικά κείμενα, για να χαρακτηρίσει κείμενα, δόγματα ή πρόσωπα που έχουν εγκριθεί από την Εκκλησία.

Στα Αρχαία Κείμενα

Η έννοια της έγκρισης και της διάκρισης αποτυπώνεται σε σημαντικά χωρία της αρχαίας γραμματείας.

«τῶν ἐγκρίτων»
of the chosen/distinguished
Θουκυδίδης, Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου 2.15.1
«ἐγκρίτους δὲ νομοφύλακας»
approved guardians of the laws
Πλάτων, Νόμοι 753a
«τοὺς ἐγκρίτους πολίτας»
the approved citizens
Αριστοτέλης, Πολιτικά 1275b

Λεξαριθμική Ανάλυση

Ο λεξάριθμος της λέξης ΕΓΚΡΙΤΟΣ είναι 708, από την πρόσθεση των τιμών των γραμμάτων:

Ε = 5
Έψιλον
Γ = 3
Γάμμα
Κ = 20
Κάππα
Ρ = 100
Ρο
Ι = 10
Ιώτα
Τ = 300
Ταυ
Ο = 70
Όμικρον
Σ = 200
Σίγμα
= 708
Σύνολο
5 + 3 + 20 + 100 + 10 + 300 + 70 + 200 = 708

Το 708 αναλύεται σε 700 (εκατοντάδες) + 8 (μονάδες).

Οι 18 Μέθοδοι

Η εφαρμογή των 18 παραδοσιακών μεθόδων λεξαριθμικής ανάλυσης στη λέξη ΕΓΚΡΙΤΟΣ:

ΜέθοδοςΑποτέλεσμαΣημασία
Συναρίθμηση708Βασικός λεξάριθμος
Αριθμολογία Δεκάδας67+0+8 = 15 → 1+5 = 6 — Εξάδα, ο αριθμός της ισορροπίας, της τάξης και της αρμονίας, που προκύπτει από τη σωστή κρίση.
Αριθμός Γραμμάτων88 γράμματα — Οκτάδα, ο αριθμός της πληρότητας, της αναγέννησης και της τελειότητας, που συνδέεται με την ολοκληρωμένη αξιολόγηση.
Αθροιστική8/0/700Μονάδες 8 · Δεκάδες 0 · Εκατοντάδες 700
Περιττός/ΖυγόςΖυγόςΘηλυκή δύναμη
Αριστερό/Δεξί ΧέριΔεξίΘεϊκό πεδίο (≥100)
ΠηλίκονΣυγκριτική μέθοδος
ΝοταρικόνΕ-Γ-Κ-Ρ-Ι-Τ-Ο-ΣΕξέχων Γνώμων Κρίσεως Ρητώς Ικανός Τάξεως Ορθής Σοφίας.
Γραμματικές Ομάδες3Φ · 5Σ3 φωνήεντα (Ε, Ι, Ο) και 5 σύμφωνα (Γ, Κ, Ρ, Τ, Σ), υποδηλώνοντας μια ισορροπία μεταξύ της ρευστότητας της έκφρασης και της σταθερότητας της δομής.
ΠαλινδρομικάΌχι
ΟνοματομαντείαΣυγκριτική
Σφαίρα ΔημοκρίτουΜαντική με σεληνιακή ημέρα
Ζωδιακή ΙσοψηφίαΕρμής ☿ / Κριός ♈708 mod 7 = 1 · 708 mod 12 = 0

Ισόψηφες Λέξεις (708)

Λέξεις από το λεξικό Liddell-Scott-Jones με τον ίδιο λεξάριθμο (708) με το ἔγκριτος, αλλά διαφορετικής ρίζας, προσφέρουν μια ενδιαφέρουσα ματιά στις συμπτώσεις της ελληνικής γλώσσας.

διγόνατος
«αυτός που έχει δύο γόνατα» ή «διπλοπόδαρος». Η σύμπτωση με το ἔγκριτος υπογραμμίζει την αντίθεση μεταξύ της φυσικής, συγκεκριμένης περιγραφής και της αφηρημένης έννοιας της κρίσης και της επιλογής.
δορύδιον
«μικρό δόρυ». Ενώ το ἔγκριτος αφορά την πνευματική ή κοινωνική διάκριση, το δορύδιον παραπέμπει σε ένα αντικείμενο με πρακτική, στρατιωτική χρήση, αναδεικνύοντας την ποικιλομορφία των λέξεων με τον ίδιο αριθμό.
Εὐμενής
«καλοπροαίρετος, ευνοϊκός». Ως κύριο όνομα ή επίθετο, υποδηλώνει μια ιδιότητα χαρακτήρα που μπορεί να οδηγήσει σε έγκριση ή αποδοχή, αλλά από διαφορετική αφετηρία από την κρίση.
χρή
«πρέπει, είναι ανάγκη, είναι μοιραίο». Αυτό το απρόσωπο ρήμα εκφράζει την αναγκαιότητα και το πεπρωμένο, έννοιες που έρχονται σε αντίθεση με την ελεύθερη βούληση και την κρίση που υποδηλώνει το ἔγκριτος.
ἐπιτροπάδην
«με ανάθεση, με επιτροπή». Αυτό το επίρρημα υποδηλώνει μια διαδικασία ανάθεσης ή εκχώρησης εξουσίας, η οποία συχνά περιλαμβάνει την έγκριση, αλλά από την πλευρά της ανάθεσης και όχι της κρίσης της αξίας.
ἑνδεκαούγκιον
«έντεκα ουγγιές». Μια λέξη που αναφέρεται σε συγκεκριμένη μέτρηση βάρους, τονίζοντας την ακρίβεια και την ποσότητα, σε αντίθεση με την ποιοτική αξιολόγηση του ἔγκριτος.

Στο λεξικό LSJ υπάρχουν συνολικά 56 λέξεις με λεξάριθμο 708. Για τον πλήρη κατάλογο και AI σημασιολογικό φιλτράρισμα, δες το διαδραστικό εργαλείο.

Πηγές & Βιβλιογραφία

  • Liddell, H. G., Scott, R., Jones, H. S.A Greek-English Lexicon. Oxford University Press, 9th ed., 1940.
  • ΠλάτωνΝόμοι.
  • ΘουκυδίδηςΙστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου.
  • ΑριστοτέληςΠολιτικά.
  • Bauer, W., Arndt, W. F., Gingrich, F. W., Danker, F. W.A Greek-English Lexicon of the New Testament and Other Early Christian Literature. University of Chicago Press, 3rd ed., 2000.
  • Chantraine, P.Dictionnaire étymologique de la langue grecque: histoire des mots. Klincksieck, 1968-1980.
  • Frisk, H.Griechisches etymologisches Wörterbuch. Carl Winter Universitätsverlag, 1960-1972.
Εξερεύνησε τη λέξη στο διαδραστικό εργαλείο
AI φιλτράρισμα ισόψηφων + όλες οι μέθοδοι ενεργές
ΑΝΟΙΞΕ ΤΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ →
← Όλες οι λέξεις
Αναφορά Σφάλματος
Συνεχίστε δωρεάν
Για να συνεχίσετε την έρευνα, ολοκληρώστε τη δωρεάν εγγραφή.
ΔΩΡΕΑΝ ΕΓΓΡΑΦΗ