ΛΟΓΟΣ
ΑΙΣΘΗΤΙΚΕΣ
ἐπίκρισις (ἡ)

ΕΠΙΚΡΙΣΙΣ

ΛΕΞΑΡΙΘΜΟΣ 635

Η ἐπίκρισις, ως η πράξη της κριτικής αξιολόγησης και του διαχωρισμού, αποτελεί θεμελιώδη έννοια στην αρχαία ελληνική σκέψη, ειδικά στους τομείς της ρητορικής, της φιλοσοφίας και της αισθητικής. Ο λεξάριθμός της (635) υποδηλώνει μια σύνδεση με την ισορροπία και την ολοκληρωμένη κρίση.

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΦΑΛΜΑΤΟΣ

Ορισμός

Κατά το Λεξικό Liddell-Scott-Jones, η ἐπίκρισις σημαίνει «κρίση επί τινος, απόφαση, καθορισμός, ιδίως κριτικής φύσεως, κριτική, αναθεώρηση, λογοκρισία». Η λέξη συντίθεται από την πρόθεση «ἐπί» (επάνω, επί, επιπρόσθετα) και το ουσιαστικό «κρίσις» (κρίση, απόφαση, διαχωρισμός). Η προσθήκη του «ἐπί» υποδηλώνει μια κρίση που εφαρμόζεται ή επιβάλλεται σε κάτι, μια εξωτερική αξιολόγηση ή αναθεώρηση.

Στην κλασική ελληνική γραμματεία, η ἐπίκρισις χρησιμοποιείται για να περιγράψει την πράξη της λεπτομερούς εξέτασης και αξιολόγησης, είτε πρόκειται για ένα έργο τέχνης, ένα ρητορικό επιχείρημα, είτε μια νομική υπόθεση. Δεν είναι απλώς μια απόφαση, αλλά μια κρίση που προκύπτει από προσεκτική εξέταση των στοιχείων. Στον Αριστοτέλη, η έννοια της κρίσης είναι κεντρική στην κατανόηση της αρετής και της ορθής πράξης.

Ειδικότερα, στον τομέα των αισθητικών, η ἐπίκρισις αναφέρεται στην κριτική ανάλυση και αξιολόγηση ποιητικών, δραματικών ή άλλων καλλιτεχνικών έργων. Οι αρχαίοι κριτικοί, όπως οι Αλεξανδρινοί φιλόλογοι, εφάρμοζαν την ἐπίκρισιν για να διακρίνουν την αυθεντικότητα, την ποιότητα και την καλλιτεχνική αξία των κειμένων, διαμορφώνοντας έτσι την παράδοση της φιλολογικής κριτικής.

Ετυμολογία

ἐπίκρισις ← ἐπικρίνω ← ἐπί + κρίνω (ρίζα κριν- του ρήματος κρίνω, σημαίνει «διαχωρίζω, κρίνω»)
Η λέξη ἐπίκρισις είναι σύνθετη, προερχόμενη από την πρόθεση «ἐπί» και το ρήμα «κρίνω». Η ρίζα κριν- είναι μια αρχαιοελληνική ρίζα του αρχαιότερου στρώματος της γλώσσας, η οποία εκφράζει την έννοια του διαχωρισμού, της διάκρισης και, κατ' επέκταση, της κρίσης και της απόφασης. Η πρόθεση «ἐπί» προσδίδει την έννοια της κατεύθυνσης («επάνω σε»), της προσθήκης ή της έντασης, μετατρέποντας την απλή κρίση σε μια κρίση που εφαρμόζεται σε κάτι συγκεκριμένο, μια αξιολόγηση.

Από την ίδια ρίζα κριν- προέρχονται πολλές σημαντικές λέξεις της ελληνικής γλώσσας. Συγγενικές λέξεις περιλαμβάνουν το ρήμα κρίνω («διαχωρίζω, αποφασίζω, κρίνω»), το ουσιαστικό κρίσις («απόφαση, διαχωρισμός, κρίση»), το επίθετο κριτικός («αυτός που μπορεί να κρίνει, σχετικός με την κρίση»), καθώς και σύνθετα όπως διάκρισις («διάκριση, διαχωρισμός») και ἀπόκρισις («απάντηση, διαχωρισμός»). Αυτή η οικογένεια λέξεων υπογραμμίζει την κεντρική σημασία της διανοητικής διαδικασίας του διαχωρισμού και της αξιολόγησης στην αρχαία ελληνική σκέψη.

Οι Κύριες Σημασίες

  1. Κριτική αξιολόγηση, αναθεώρηση — Η πράξη της λεπτομερούς εξέτασης και αξιολόγησης ενός θέματος, έργου ή προσώπου.
  2. Λογοτεχνική ή καλλιτεχνική κριτική — Η συστηματική ανάλυση και αξιολόγηση ποιητικών, δραματικών ή άλλων καλλιτεχνικών έργων, όπως εφαρμόστηκε από τους αρχαίους φιλολόγους.
  3. Απόφαση, καθορισμός — Μια οριστική κρίση ή διαπίστωση που προκύπτει από εξέταση, συχνά σε νομικό ή διοικητικό πλαίσιο.
  4. Λογοκρισία — Η επίσημη εξέταση και έγκριση ή απόρριψη κειμένων ή έργων, με την έννοια της επιβολής κριτηρίων.
  5. Διάκριση, διαχωρισμός — Η ικανότητα ή η πράξη του να ξεχωρίζει κανείς τα στοιχεία, να διακρίνει το ένα από το άλλο.
  6. Θεολογική κρίση — Η έννοια της θείας κρίσης ή αξιολόγησης των πράξεων των ανθρώπων, όπως απαντάται σε θρησκευτικά κείμενα.

Οικογένεια Λέξεων

κριν- (ρίζα του ρήματος κρίνω, σημαίνει «διαχωρίζω, κρίνω»)

Η ρίζα κριν- είναι θεμελιώδης στην αρχαία ελληνική, εκφράζοντας την έννοια του διαχωρισμού, της διάκρισης, της επιλογής και, κατ' επέκταση, της κρίσης και της απόφασης. Από αυτή τη ρίζα αναπτύχθηκε μια πλούσια οικογένεια λέξεων που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα σημασιών, από τη νομική κρίση και τη φιλοσοφική διάκριση μέχρι την αισθητική αξιολόγηση. Η παρουσία προθέσεων όπως το «ἐπί», «διά», «ἀπό» τροποποιεί και εξειδικεύει τη βασική σημασία της κρίσης, προσδίδοντας κατεύθυνση, ένταση ή αποτέλεσμα. Η ρίζα κριν- ανήκει στο αρχαιότερο στρώμα της ελληνικής γλώσσας και είναι κεντρική στην ανθρώπινη ικανότητα για λογική σκέψη και αξιολόγηση.

κρίνω ρήμα · λεξ. 980
Το βασικό ρήμα της οικογένειας, σημαίνει «διαχωρίζω, διακρίνω, επιλέγω, αποφασίζω, κρίνω». Χρησιμοποιείται σε νομικά, φιλοσοφικά και καθημερινά πλαίσια για την πράξη της αξιολόγησης και της λήψης απόφασης. Π.χ., «κρίνειν τὰ δίκαια» (να κρίνει τα δίκαια).
κρίσις ἡ · ουσιαστικό · λεξ. 540
Το ουσιαστικό που προέρχεται από το κρίνω, σημαίνει «διαχωρισμός, διάκριση, απόφαση, κρίση». Είναι κεντρική έννοια στη φιλοσοφία (π.χ. «ἡ κρίσις τοῦ νοῦ») και στην ιατρική (π.χ. «ἡ κρίσις τῆς νόσου» για την κρίσιμη φάση μιας ασθένειας).
κριτής ὁ · ουσιαστικό · λεξ. 638
Αυτός που κρίνει, ο δικαστής, ο διαιτητής, ο αξιολογητής. Ο ρόλος του κριτή είναι να εφαρμόζει την κρίση του για να καταλήξει σε μια δίκαιη απόφαση. Αναφέρεται συχνά σε δικαστήρια και αγώνες.
κριτικός επίθετο · λεξ. 730
Αυτός που έχει την ικανότητα να κρίνει, ο διακριτικός, ο αξιολογικός. Στην ελληνιστική περίοδο, ο «κριτικός» έγινε τεχνικός όρος για τον φιλόλογο που ασχολείται με την κριτική των κειμένων.
διάκρισις ἡ · ουσιαστικό · λεξ. 575
Σημαίνει «διαχωρισμός, διάκριση, διαφοροποίηση». Υποδηλώνει την ικανότητα να ξεχωρίζει κανείς λεπτές αποχρώσεις ή να διακρίνει το αληθές από το ψευδές, το καλό από το κακό.
ἀπόκρισις ἡ · ουσιαστικό · λεξ. 611
Σημαίνει «απάντηση, ανταπόκριση», αλλά και «διαχωρισμός». Η απάντηση είναι μια κρίση ή απόφαση που δίνεται ως αντίδραση σε μια ερώτηση ή κατάσταση.
ὑποκριτής ὁ · ουσιαστικό · λεξ. 1188
Αρχικά «αυτός που απαντά» (σε χορό), μετά «ηθοποιός» (αυτός που υποδύεται ρόλο) και τέλος «υποκριτής» (αυτός που προσποιείται, που κρίνει «κάτω από» μια μάσκα).
κατακρίνω ρήμα · λεξ. 1302
Σημαίνει «κρίνω εναντίον, καταδικάζω». Η πρόθεση «κατά» εντείνει την κρίση προς μια αρνητική κατεύθυνση, οδηγώντας σε καταδίκη ή απόρριψη.

Η Φιλοσοφική Διαδρομή

Η ἐπίκρισις, ως έννοια και πρακτική, διατρέχει την ιστορία της ελληνικής σκέψης, εξελισσόμενη από την αρχική σημασία της απλής απόφασης σε έναν εξειδικευμένο όρο για την κριτική ανάλυση.

5ος-4ος ΑΙ. Π.Χ.
Κλασική Περίοδος
Η έννοια της κρίσης και της διάκρισης είναι κεντρική στη φιλοσοφία του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, αν και η λέξη «ἐπίκρισις» δεν είναι τόσο συχνή όσο η «κρίσις». Χρησιμοποιείται σε ρητορικά και φιλοσοφικά πλαίσια για την αξιολόγηση επιχειρημάτων.
3ος-1ος ΑΙ. Π.Χ.
Ελληνιστική Περίοδος
Αναπτύσσεται η φιλολογική κριτική, ιδίως στην Αλεξάνδρεια. Η «ἐπίκρισις» αποκτά πιο εξειδικευμένη σημασία ως η διαδικασία αξιολόγησης και σχολιασμού λογοτεχνικών κειμένων, για την εξακρίβωση της αυθεντικότητας και της ποιότητας.
1ος ΑΙ. Π.Χ. - 2ος ΑΙ. Μ.Χ.
Ρωμαϊκή Περίοδος (Ελληνορωμαϊκή)
Συνεχίζεται η χρήση της λέξης σε ρητορικά και φιλολογικά έργα. Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, για παράδειγμα, ασχολείται με την κριτική αξιολόγηση των ρητόρων, εφαρμόζοντας αρχές που σχετίζονται με την ἐπίκρισιν.
3ος-6ος ΑΙ. Μ.Χ.
Ύστερη Αρχαιότητα
Η λέξη εμφανίζεται σε πατερικά κείμενα, όπου η κρίση μπορεί να έχει και θεολογικές προεκτάσεις, αναφερόμενη στην αξιολόγηση δογμάτων ή ηθικών πράξεων.
7ος-15ος ΑΙ. Μ.Χ.
Βυζαντινή Περίοδος
Η «ἐπίκρισις» διατηρεί τη σημασία της κριτικής αξιολόγησης σε σχολιασμούς αρχαίων κειμένων και σε νομικά ή διοικητικά πλαίσια, αν και η χρήση της μπορεί να είναι λιγότερο συχνή από άλλες παραλλαγές της ρίζας κριν-.
Σύγχρονη Ελληνική
Νεοελληνική Γλώσσα
Η λέξη επιβιώνει ως «επίκριση», διατηρώντας την έννοια της κριτικής, της αξιολόγησης και της αρνητικής κριτικής, συχνά με την έννοια της μομφής ή της αποδοκιμασίας.

Στα Αρχαία Κείμενα

Η έννοια της ἐπίκρισις, αν και όχι πάντα με την ακριβή αυτή λέξη, διαπνέει κείμενα που αφορούν την αξιολόγηση και την κρίση. Ακολουθούν δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα από την κλασική γραμματεία.

«τὴν ἐπίκρισιν τῶν λόγων»
«Την κριτική αξιολόγηση των λόγων.»
Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, Περὶ Λυσίου κρίσις 1.1
«τὴν ἐπίκρισιν τῶν ῥητορικῶν ἀγώνων»
«Την κριτική αξιολόγηση των ρητορικών αγώνων.»
Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, Περὶ συνθέσεως ὀνομάτων 11.2

Λεξαριθμική Ανάλυση

Ο λεξάριθμος της λέξης ΕΠΙΚΡΙΣΙΣ είναι 635, από την πρόσθεση των τιμών των γραμμάτων:

Ε = 5
Έψιλον
Π = 80
Πι
Ι = 10
Ιώτα
Κ = 20
Κάππα
Ρ = 100
Ρο
Ι = 10
Ιώτα
Σ = 200
Σίγμα
Ι = 10
Ιώτα
Σ = 200
Σίγμα
= 635
Σύνολο
5 + 80 + 10 + 20 + 100 + 10 + 200 + 10 + 200 = 635

Το 635 αναλύεται σε 600 (εκατοντάδες) + 30 (δεκάδες) + 5 (μονάδες).

Οι 18 Μέθοδοι

Η εφαρμογή των 18 παραδοσιακών μεθόδων λεξαριθμικής ανάλυσης στη λέξη ΕΠΙΚΡΙΣΙΣ:

ΜέθοδοςΑποτέλεσμαΣημασία
Συναρίθμηση635Βασικός λεξάριθμος
Αριθμολογία Δεκάδας56+3+5 = 14 → 1+4 = 5. Η Πεντάδα, αριθμός της ισορροπίας, της αρμονίας και της ανθρώπινης κρίσης, καθώς ο άνθρωπος έχει πέντε αισθήσεις για να κρίνει τον κόσμο.
Αριθμός Γραμμάτων99 γράμματα (Ε-Π-Ι-Κ-Ρ-Ι-Σ-Ι-Σ). Η Εννιάδα, αριθμός της ολοκλήρωσης, της τελειότητας και της πνευματικής επίτευξης, υποδηλώνοντας μια ολοκληρωμένη και βαθιά κρίση.
Αθροιστική5/30/600Μονάδες 5 · Δεκάδες 30 · Εκατοντάδες 600
Περιττός/ΖυγόςΠεριττόςΑρσενική δύναμη
Αριστερό/Δεξί ΧέριΔεξίΘεϊκό πεδίο (≥100)
ΠηλίκονΣυγκριτική μέθοδος
ΝοταρικόνΕ-Π-Ι-Κ-Ρ-Ι-Σ-Ι-ΣΕπίγνωσις Πραγμάτων Ισχυρών, Κρίσις Ρημάτων Ιερών, Σοφία Ικανή Σωτηρίας. (Ερμηνευτική απόδοση που συνδέει την κρίση με τη γνώση και τη σοφία).
Γραμματικές Ομάδες4Φ · 3Η · 2Α4 φωνήεντα (Ε, Ι, Ι, Ι), 3 ημίφωνα (Ρ, Σ, Σ), 2 άφωνα (Π, Κ). Η αρμονική κατανομή των φωνηέντων και συμφώνων υποδηλώνει τη ρητορική ισορροπία και τη σαφήνεια που απαιτείται στην κριτική.
ΠαλινδρομικάΌχι
ΟνοματομαντείαΣυγκριτική
Σφαίρα ΔημοκρίτουΜαντική με σεληνιακή ημέρα
Ζωδιακή ΙσοψηφίαΔίας ♃ / Ιχθύες ♓635 mod 7 = 5 · 635 mod 12 = 11

Ισόψηφες Λέξεις (635)

Λέξεις από το λεξικό Liddell-Scott-Jones με τον ίδιο λεξάριθμο (635) αλλά διαφορετική ρίζα, αναδεικνύοντας τις απρόβλεπτες αριθμητικές συμπτώσεις της ελληνικής γλώσσας.

ἄθελκτος
«άκαμπτος, αλύγιστος, αδυσώπητος». Η λέξη αυτή, που περιγράφει κάτι που δεν μπορεί να λυγίσει ή να πεισθεί, μπορεί να συνδεθεί με την αμεροληψία και την αυστηρότητα που απαιτείται σε μια δίκαιη κρίση.
ἀπόδοσις
«απόδοση, εκπλήρωση, ανταπόδοση». Η έννοια της απόδοσης παραπέμπει στο αποτέλεσμα μιας κρίσης, στην εκπλήρωση μιας υποχρέωσης ή στην ανταπόδοση για μια πράξη, συνδέοντας την κρίση με τις συνέπειές της.
ἱερισμός
«ιερατεία, ιεροτελεστία». Αυτή η λέξη φέρνει στο νου την ιερή ή τελετουργική διάσταση της κρίσης, όπως συμβαίνει σε θρησκευτικά πλαίσια όπου η κρίση μπορεί να είναι θεϊκή ή να έχει τελετουργικό χαρακτήρα.
ἴσανδρος
«ισάξιος με άνδρα, ανδρείος». Η λέξη υποδηλώνει την ισορροπία και την ανδρεία, ιδιότητες που είναι απαραίτητες για την αμερόληπτη και θαρραλέα λήψη αποφάσεων και την εφαρμογή της κρίσης.
νεκρόπολις
«πόλη των νεκρών, νεκροταφείο». Η λέξη αυτή, αν και φαινομενικά άσχετη, μπορεί να συμβολίζει την τελική και αμετάκλητη κρίση, το τέλος μιας διαδικασίας, ή την κρίση που αφορά το παρελθόν και όσα έχουν παρέλθει.
θεοφιλία
«αγάπη προς τον Θεό, ευσέβεια». Η θεοφιλία συνδέει την κρίση με την ηθική και πνευματική διάσταση, υποδηλώνοντας μια κρίση που βασίζεται σε θεϊκά ή ηθικά κριτήρια, όπως η ευσέβεια και η αγάπη.

Στο λεξικό LSJ υπάρχουν συνολικά 65 λέξεις με λεξάριθμο 635. Για τον πλήρη κατάλογο και AI σημασιολογικό φιλτράρισμα, δες το διαδραστικό εργαλείο.

Πηγές & Βιβλιογραφία

  • Liddell, H. G., Scott, R., Jones, H. S.A Greek-English Lexicon, 9th ed. with revised supplement. Oxford: Clarendon Press, 1996.
  • ΠλάτωνΠολιτεία.
  • ΑριστοτέληςΠολιτικά.
  • Διονύσιος ο ΑλικαρνασσεύςΠερὶ Λυσίου κρίσις.
  • Διονύσιος ο ΑλικαρνασσεύςΠερὶ συνθέσεως ὀνομάτων.
  • ΠλούταρχοςΠερὶ τοῦ μὴ δεῖν δανείζεσθαι.
  • Bauer, W., Arndt, W. F., Gingrich, F. W., Danker, F. W.A Greek-English Lexicon of the New Testament and Other Early Christian Literature, 3rd ed. Chicago: University of Chicago Press, 2000.
Εξερεύνησε τη λέξη στο διαδραστικό εργαλείο
AI φιλτράρισμα ισόψηφων + όλες οι μέθοδοι ενεργές
ΑΝΟΙΞΕ ΤΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ →
← Όλες οι λέξεις
Αναφορά Σφάλματος
Συνεχίστε δωρεάν
Για να συνεχίσετε την έρευνα, ολοκληρώστε τη δωρεάν εγγραφή.
ΔΩΡΕΑΝ ΕΓΓΡΑΦΗ