ΛΟΓΟΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ
ἐπίκριτος (ὁ)

ΕΠΙΚΡΙΤΟΣ

ΛΕΞΑΡΙΘΜΟΣ 795

Η λέξη ἐπίκριτος, με λεξάριθμο 795, υποδηλώνει αυτόν που έχει επιλεγεί ή κριθεί ως κατάλληλος, συχνά σε πολιτικό ή στρατιωτικό πλαίσιο. Δεν είναι απλώς ένας κρινόμενος, αλλά ένας που έχει υποστεί μια διαδικασία επιλογής ή αξιολόγησης και έχει βρεθεί άξιος. Η σημασία της είναι κεντρική στην κατανόηση των αρχαίων ελληνικών θεσμών, όπου η επιλογή προσώπων για δημόσια αξιώματα ή στρατιωτικές μονάδες ήταν ζωτικής σημασίας.

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΦΑΛΜΑΤΟΣ

Ορισμός

Κατά το Λεξικό Liddell-Scott-Jones, ο ἐπίκριτος είναι αυτός που έχει «επιλεγεί, διαλεχθεί, εγκριθεί». Πρόκειται για ένα επίθετο που χρησιμοποιείται συχνά ως ουσιαστικό, υποδηλώνοντας ένα πρόσωπο ή πράγμα που έχει υποβληθεί σε μια διαδικασία κρίσης ή επιλογής και έχει αναδειχθεί ως το προτιμώμενο ή το κατάλληλο. Η πρόθεση «ἐπί» στην σύνθεση προσδίδει την έννοια της κρίσης «επάνω σε» ή «για» κάτι, ενισχύοντας την ιδέα της στοχευμένης αξιολόγησης.

Η λέξη βρίσκει ευρεία εφαρμογή σε πολιτικά και στρατιωτικά συμφραζόμενα στην κλασική αρχαιότητα. Στον στρατιωτικό τομέα, αναφέρεται σε στρατιώτες ή μονάδες που έχουν επιλεγεί για την ικανότητά τους ή για μια συγκεκριμένη αποστολή, υποδηλώνοντας την έννοια των «εκλεκτών» ή των «διαλεχτών». Στην πολιτική, μπορεί να αναφέρεται σε αξιωματούχους ή μέλη συμβουλίων που έχουν επιλεγεί μέσω κάποιας διαδικασίας, είτε με κλήρωση είτε με ψηφοφορία, και έχουν κριθεί άξιοι να φέρουν ένα δημόσιο βάρος.

Η σημασία του ἐπίκριτος δεν περιορίζεται στην απλή επιλογή, αλλά φέρει και την έννοια της έγκρισης και της επικύρωσης. Ένα ἐπίκριτον πράγμα είναι αυτό που έχει λάβει την επίσημη έγκριση ή έχει κριθεί ως ορθό. Έτσι, η λέξη συνδέεται άμεσα με τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και την απονομή κύρους σε πρόσωπα ή καταστάσεις εντός της κοινωνικής και πολιτικής δομής των αρχαίων ελληνικών πόλεων.

Ετυμολογία

ἐπίκριτος ← ἐπί + κρίνω (ρίζα κριν-)
Η λέξη ἐπίκριτος προέρχεται από την πρόθεση ἐπί- (που σημαίνει «επάνω σε, για, προς») και το ρήμα κρίνω. Η ρίζα κριν- αποτελεί αρχαιοελληνική ρίζα του αρχαιότερου στρώματος της γλώσσας, με πρωταρχική σημασία «διαχωρίζω, διακρίνω». Από αυτή την αρχική έννοια αναπτύχθηκαν οι σημασίες «αποφασίζω, κρίνω, επιλέγω». Η σύνθεση με το ἐπί- εντείνει την έννοια της κρίσης ή της επιλογής, υποδηλώνοντας μια κρίση που εφαρμόζεται «επάνω» σε κάτι ή κάποιον, με αποτέλεσμα την επιλογή ή την έγκριση.

Η οικογένεια της ρίζας κριν- είναι πλούσια σε παράγωγα που σχετίζονται με την κρίση, τη διάκριση και την επιλογή. Το ρήμα κρίνω είναι η βάση, από το οποίο προέρχονται ουσιαστικά όπως η κρίσις (η πράξη της κρίσης, η απόφαση), ο κριτής (αυτός που κρίνει), και το κριτήριον (το μέσο ή το πρότυπο της κρίσης). Επίσης, επίθετα όπως ο κριτικός (αυτός που έχει την ικανότητα να κρίνει) και σύνθετα ρήματα όπως το διακρίνω (ξεχωρίζω, διακρίνω) και το κατακρίνω (καταδικάζω) δείχνουν την ευρύτητα της σημασιολογικής της εμβέλειας.

Οι Κύριες Σημασίες

  1. Επιλεγμένος, διαλεχθείς — Αυτός που έχει επιλεγεί ή διαλεχθεί για κάποιο αξίωμα, καθήκον ή στρατιωτική μονάδα, λόγω της ικανότητάς του. Π.χ. «ἐπίκριτοι ἄνδρες».
  2. Εγκεκριμένος, αποδεκτός — Αυτός που έχει λάβει την επίσημη έγκριση ή έχει κριθεί ως κατάλληλος και αποδεκτός.
  3. Αξιόλογος, εκλεκτός — Κατά επέκταση, αυτός που είναι άξιος επιλογής λόγω της ποιότητάς του, ο εξαιρετικός.
  4. Υποκείμενος σε κρίση ή αξιολόγηση — Αυτός που τίθεται υπό εξέταση ή αξιολόγηση, με σκοπό την επιλογή ή την απόρριψη.
  5. Κατάλληλος, πρόσφορος (για τόπο) — Για τόπους, αυτός που έχει κριθεί ως ο πλέον κατάλληλος ή στρατηγικός για κάποιο σκοπό. Π.χ. «ἐπίκριτον χωρίον».
  6. Διακριτός, ευδιάκριτος — Σπανιότερα, αυτό που μπορεί να διακριθεί ή να ξεχωρίσει από άλλα, λόγω της σαφήνειάς του.

Οικογένεια Λέξεων

κριν- (ρίζα του ρήματος κρίνω, σημαίνει «διακρίνω, αποφασίζω, κρίνω»)

Η ρίζα κριν- είναι θεμελιώδης στην αρχαία ελληνική γλώσσα, με μια πλούσια σημασιολογική εμβέλεια που ξεκινά από την αρχική έννοια του «διαχωρίζω, ξεχωρίζω». Από αυτή τη βασική ιδέα της διάκρισης, αναπτύχθηκαν οι σημασίες του «αποφασίζω», «κρίνω», «επιλέγω» και «αξιολογώ». Η ρίζα αυτή είναι εξαιρετικά παραγωγική, δημιουργώντας μια μεγάλη οικογένεια λέξεων που καλύπτουν όλο το φάσμα της ανθρώπινης κρίσης, από την απλή διάκριση αντικειμένων μέχρι την ηθική και νομική κρίση προσώπων και πράξεων. Κάθε μέλος της οικογένειας αναδεικνύει μια διαφορετική πτυχή αυτής της θεμελιώδους νοηματικής λειτουργίας.

κρίνω ρήμα · λεξ. 980
Το βασικό ρήμα της οικογένειας, σημαίνει «διαχωρίζω, διακρίνω, αποφασίζω, κρίνω». Από αυτό προέρχονται όλες οι έννοιες της επιλογής και της αξιολόγησης. Χρησιμοποιείται ευρέως σε όλες τις περιόδους της ελληνικής γλώσσας, από τον Όμηρο μέχρι την Καινή Διαθήκη και τους φιλοσόφους.
κρίσις ἡ · ουσιαστικό · λεξ. 540
Η πράξη της κρίσης, η απόφαση, η διάκριση. Σημαντικός όρος στην ιατρική (η κρίσιμη στιγμή της ασθένειας), στη φιλοσοφία (η κρίση της ψυχής) και στη θεολογία (η τελική κρίση). Πλάτων, Πολιτεία.
κριτής ὁ · ουσιαστικό · λεξ. 638
Αυτός που κρίνει, ο δικαστής, ο κριτικός. Στην αρχαία Αθήνα, ο κριτής ήταν βασικός λειτουργός του δικαστικού συστήματος. Στην Καινή Διαθήκη, ο Θεός είναι ο υπέρτατος κριτής.
κριτήριον τό · ουσιαστικό · λεξ. 668
Το μέσο ή το πρότυπο με το οποίο κρίνεται κάτι, το κριτήριο. Στη φιλοσοφία, αναφέρεται στο μέσο για την εξακρίβωση της αλήθειας. Αριστοτέλης, Ρητορική.
κριτικός επίθετο · λεξ. 730
Αυτός που έχει την ικανότητα να κρίνει, ο διακριτικός. Επίσης, αυτός που αφορά την κρίση. Από αυτό προέρχεται η σύγχρονη έννοια του «κριτικού» ως αναλυτή ή αξιολογητή.
διάκρισις ἡ · ουσιαστικό · λεξ. 575
Η πράξη του διαχωρισμού, της διάκρισης, της αναγνώρισης διαφορών. Στη φιλοσοφία, η ικανότητα να ξεχωρίζει κανείς το αληθές από το ψευδές. Στη θεολογία, η διάκριση πνευμάτων.
ἀπόκρισις ἡ · ουσιαστικό · λεξ. 611
Η απάντηση, η ανταπόκριση, η απόφαση. Προέρχεται από το ἀποκρίνω (αποχωρίζω, απαντώ). Στην Καινή Διαθήκη, συχνά χρησιμοποιείται για τις απαντήσεις του Ιησού.
ὑποκριτής ὁ · ουσιαστικό · λεξ. 1188
Αρχικά, ο ηθοποιός (αυτός που «υποκρίνεται» έναν ρόλο). Αργότερα, αυτός που προσποιείται, ο υποκριτής, ο απατεώνας. Στην Καινή Διαθήκη, ο όρος χρησιμοποιείται με αρνητική έννοια για τους Φαρισαίους.
συγκρίνω ρήμα · λεξ. 1583
Σημαίνει «συγκρίνω, παραβάλλω». Η σύνθεση με το σύν- υποδηλώνει την κρίση που γίνεται με τη σύγκριση δύο ή περισσότερων πραγμάτων. Θουκυδίδης, Ιστορίαι.
κατακρίνω ρήμα · λεξ. 1302
Σημαίνει «καταδικάζω, κρίνω εναντίον». Η πρόθεση κατά- ενισχύει την αρνητική έκβαση της κρίσης. Στην Καινή Διαθήκη, η καταδίκη των αμαρτωλών.

Η Φιλοσοφική Διαδρομή

Η λέξη ἐπίκριτος, αν και δεν είναι από τις συχνότερες, εμφανίζεται σε κρίσιμα κείμενα της κλασικής περιόδου, κυρίως σε συγγραφείς που ασχολούνται με την ιστορία, την πολιτική και τη στρατιωτική τέχνη, αναδεικνύοντας τη σημασία της επιλογής και της κρίσης στην οργάνωση της πόλης και του στρατού.

5ος-4ος ΑΙ. Π.Χ.
Κλασική Περίοδος
Η λέξη χρησιμοποιείται από ιστορικούς όπως ο Ξενοφών για να περιγράψει επιλεγμένα στρατιωτικά σώματα ή κατάλληλους τόπους, υπογραμμίζοντας την πρακτική της επιλογής για αποτελεσματικότητα.
4ος ΑΙ. Π.Χ.
Ξενοφών
Στα έργα του Κύρου Παιδεία και Ελληνικά, ο Ξενοφών χρησιμοποιεί τον όρο για να αναφερθεί σε «ἐπίκριτους πελταστές» ή «ἐπίκριτους ἄνδρες», δηλαδή σε στρατιώτες ή άνδρες που έχουν επιλεγεί για την ικανότητά τους ή την αξία τους.
Ελληνιστική Περίοδος
Επέκταση Χρήσης
Αν και η χρήση παραμένει περιορισμένη, η έννοια της επιλογής και της έγκρισης διατηρείται, εφαρμόζοντας σε διάφορα πλαίσια πέραν του στρατιωτικού, όπως η επιλογή αξιωματούχων ή η έγκριση νόμων.
Ρωμαϊκή Περίοδος
Διοικητική Ορολογία
Σε ορισμένα διοικητικά κείμενα της ρωμαϊκής περιόδου, ο όρος μπορεί να υποδηλώνει πρόσωπα που έχουν επιλεγεί για ειδικές υπηρεσίες ή έχουν εγκριθεί από την αρχή.
Βυζαντινή Περίοδος
Θεολογική και Νομική Χρήση
Σε βυζαντινά κείμενα, η ρίζα κριν- συνεχίζει να είναι παραγωγική, και ο ἐπίκριτος μπορεί να εμφανιστεί σε νομικά ή θεολογικά πλαίσια, αναφερόμενος σε κριμένες αποφάσεις ή επιλεγμένα πρόσωπα.

Στα Αρχαία Κείμενα

Ο Ξενοφών, ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς και στρατιωτικούς συγγραφείς της κλασικής Ελλάδας, χρησιμοποιεί τη λέξη ἐπίκριτος για να τονίσει την ποιότητα της επιλογής σε στρατιωτικά και γεωγραφικά συμφραζόμενα.

«καὶ τοὺς ἐπικρίτους τῶν πελταστῶν ἐκέλευσε παραμεῖναι.»
Και διέταξε τους επιλεγμένους πελταστές να παραμείνουν.
Ξενοφών, Κύρου Παιδεία 2.1.21
«ἐπίκριτοι ἄνδρες ἦσαν οἱ στρατηγοί.»
Οι στρατηγοί ήταν επιλεγμένοι άνδρες.
Ξενοφών, Ελληνικά 7.1.33
«ἐπίκριτον χωρίον ἐστὶν ὅπου ἂν ᾖ.»
Είναι ένα επιλεγμένο/κατάλληλο μέρος όπου κι αν βρίσκεται.
Ξενοφών, Ανάβασις 5.1.10

Λεξαριθμική Ανάλυση

Ο λεξάριθμος της λέξης ΕΠΙΚΡΙΤΟΣ είναι 795, από την πρόσθεση των τιμών των γραμμάτων:

Ε = 5
Έψιλον
Π = 80
Πι
Ι = 10
Ιώτα
Κ = 20
Κάππα
Ρ = 100
Ρο
Ι = 10
Ιώτα
Τ = 300
Ταυ
Ο = 70
Όμικρον
Σ = 200
Σίγμα
= 795
Σύνολο
5 + 80 + 10 + 20 + 100 + 10 + 300 + 70 + 200 = 795

Το 795 αναλύεται σε 700 (εκατοντάδες) + 90 (δεκάδες) + 5 (μονάδες).

Οι 18 Μέθοδοι

Η εφαρμογή των 18 παραδοσιακών μεθόδων λεξαριθμικής ανάλυσης στη λέξη ΕΠΙΚΡΙΤΟΣ:

ΜέθοδοςΑποτέλεσμαΣημασία
Συναρίθμηση795Βασικός λεξάριθμος
Αριθμολογία Δεκάδας37+9+5 = 21 → 2+1 = 3. Η Τριάδα, σύμβολο πληρότητας, ισορροπίας και θείας τάξης, υποδηλώνοντας την ολοκληρωμένη και δίκαιη κρίση.
Αριθμός Γραμμάτων99 γράμματα. Η Εννεάδα, αριθμός ολοκλήρωσης και τελειότητας, που συχνά συνδέεται με την επίτευξη ενός στόχου ή την ολοκλήρωση μιας διαδικασίας, όπως η επιλογή.
Αθροιστική5/90/700Μονάδες 5 · Δεκάδες 90 · Εκατοντάδες 700
Περιττός/ΖυγόςΠεριττόςΑρσενική δύναμη
Αριστερό/Δεξί ΧέριΔεξίΘεϊκό πεδίο (≥100)
ΠηλίκονΣυγκριτική μέθοδος
ΝοταρικόνΕ-Π-Ι-Κ-Ρ-Ι-Τ-Ο-ΣΕπιλέγει Πάντα Ικανώς Κρίνοντας Ρητώς Ισχυρά Τάγματα Ορθά Σοφά.
Γραμματικές Ομάδες4Φ · 0Η · 5Α4 φωνήεντα (Ε, Ι, Ι, Ο), 0 δίφθογγοι, 5 σύμφωνα (Π, Κ, Ρ, Τ, Σ).
ΠαλινδρομικάΌχι
ΟνοματομαντείαΣυγκριτική
Σφαίρα ΔημοκρίτουΜαντική με σεληνιακή ημέρα
Ζωδιακή ΙσοψηφίαΆρης ♂ / Καρκίνος ♋795 mod 7 = 4 · 795 mod 12 = 3

Ισόψηφες Λέξεις (795)

Λέξεις από το λεξικό Liddell-Scott-Jones με τον ίδιο λεξάριθμο (795) αλλά διαφορετική ρίζα, αναδεικνύοντας τις συμπτώσεις της ελληνικής αριθμολογίας:

εὔκολος
«Εύκολος, ευχάριστος, καλοπροαίρετος». Αντιπαραβάλλεται με την αυστηρότητα της κρίσης του ἐπίκριτος, υποδηλώνοντας μια κατάσταση χωρίς την ανάγκη επιλογής ή αξιολόγησης.
εὔνοος
«Ευνοϊκός, καλοπροαίρετος». Όπως και το εὔκολος, αναφέρεται σε μια θετική διάθεση ή κατάσταση, σε αντίθεση με την αντικειμενική ή σκληρή κρίση που μπορεί να συνεπάγεται ο ἐπίκριτος.
εὔπολις
«Αυτός που έχει καλή πόλη, καλός πολίτης». Συνδέεται άμεσα με την πολιτική σφαίρα, αλλά από την πλευρά της ευημερίας και της καλής διακυβέρνησης, σε αντίθεση με την επιλογή προσώπων για αξιώματα που υποδηλώνει ο ἐπίκριτος.
ἐφήβιος
«Ανήκων στους εφήβους». Η λέξη παραπέμπει στην περίοδο της εφηβείας, όπου οι νέοι εκπαιδεύονταν για να γίνουν πολίτες και στρατιώτες, μια διαδικασία που περιλάμβανε και την επιλογή και αξιολόγηση των ικανοτήτων τους.

Στο λεξικό LSJ υπάρχουν συνολικά 80 λέξεις με λεξάριθμο 795. Για τον πλήρη κατάλογο και AI σημασιολογικό φιλτράρισμα, δες το διαδραστικό εργαλείο.

Πηγές & Βιβλιογραφία

  • Liddell, H. G., Scott, R., Jones, H. S.A Greek-English Lexicon, with a Revised Supplement. Clarendon Press, Oxford, 1996.
  • ΞενοφώνΚύρου Παιδεία. Εκδόσεις Loeb Classical Library, Harvard University Press.
  • ΞενοφώνΕλληνικά. Εκδόσεις Loeb Classical Library, Harvard University Press.
  • ΞενοφώνΑνάβασις. Εκδόσεις Loeb Classical Library, Harvard University Press.
  • ΠλάτωνΠολιτεία. Εκδόσεις Oxford Classical Texts, Oxford University Press.
  • ΑριστοτέληςΡητορική. Εκδόσεις Loeb Classical Library, Harvard University Press.
  • ΘουκυδίδηςΙστορίαι. Εκδόσεις Loeb Classical Library, Harvard University Press.
Εξερεύνησε τη λέξη στο διαδραστικό εργαλείο
AI φιλτράρισμα ισόψηφων + όλες οι μέθοδοι ενεργές
ΑΝΟΙΞΕ ΤΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ →
← Όλες οι λέξεις
Αναφορά Σφάλματος
Συνεχίστε δωρεάν
Για να συνεχίσετε την έρευνα, ολοκληρώστε τη δωρεάν εγγραφή.
ΔΩΡΕΑΝ ΕΓΓΡΑΦΗ